Πουλώντας και αγοράζοντας

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Artist

Οι πτωχοαλαζόνες στηρίζονται πάνω στην ποίηση. Όπως οι γέροι στις μαγκούρες τους. Κάνουν μέτωπο στο κοινό που θέλει να τους μοιάσει και διαβάζουν από μικροφώνου χαμηλόφωνα και πονετικά. Ο ποιητικός τους τρόπος είναι κάτι σαν διαδικασία υπνωτισμού. Σαν πανδαιμόνιο βαρεμάρας και σαν διαδικασία επιλογής προσωπικού εταιρίας ακουστικών βαρηκοΐας. Κυριαρχούν στα κουλτουροκλανιάρικα μπαρ με υπάρξεις απεγνωσμένα ατημέλητες, που έχουν γράψει τουλάχιστον ένα ποίημα για το ουίσκι και τη ριμάδα μέθη. Κομπάρσοι αυτού που δε γίνανε, μπερδεύοντας τη δουλειά με τη ρητορική περί δουλειάς και την αλαφροΐσκιωτη χαζομάρα με τους καταραμένους κυρίαρχους που έδωσαν επίτηδες εξωγήινα παραδείγματα βίου για να μπερδεύουν τους ταξινομητές και τις κυρίες με τα διπλά ονόματα. Παιδάκια και παιδογέροντες σε δημόσιες απαγγελίες, μορμολύκεια προγυμνασμένα στη χούντα του καθρέφτη. Εκεί που ο ναρκισσισμός μεταποιεί την προσποίηση σε δημιουργία. Και πρέπει να το παίξεις ασθενικά ποιητικός και λίγο βαρεμένος από πνεύμα. Να φανεί το μούδιασμα του αισθηματία και του εστέτ κρύβοντας το αιώνιο φλέρτ του λιγούρη με τους οργασμούς. Το στόμφο του βλαμμένου που γράφει νόμιμα και αποδεκτά ίσα ίσα για να καταταγεί στον τρέχοντα αλλοπρόσαλλο βίο ως ποιητικός μάρτυρας και να νιώσει την προοπτική της μελλοντικής δόξης τόσων βλεμμάτων καρφωμένων στη μουτσούνα του. Κάτω απ’ τη φτερούγα χορηγού υπερασπιστή τετριμμένων μνηστήρων ποίησης, ιδιοκτήτη μικρής βιοτεχνίας καταραμένων, δουλεμένων στο φωτοσόπ της ματαιοδοξίας. Σκορπώντας τις οικονομίες τους για να γλιστρήσουν έντυποι σ’ ένα ράφι παντοπωλείου βιβλίων ή στο σεξισμό της κριτικής κάποιου επώνυμου ποιητή των αναγνωστικών του λυκείου.