Kρησφύγετο

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

kris

Έχτισα το κρησφύγετο δύο εραστών.
Έβαλα μέσα το γαλανό ουρανό του
έρωτα και τη φριχτή απειλή του χωρισμού.
Πήρα τη θέση τους και τα χαμόγελά τους
κι έσπειρα τον πόθο όπως η βροχούλα
στον ξερακιανό αγρό. Βλαστήμησα την
άσχημη ζωή που μας τραβάει σα μαγνήτης.
Έκανα ληστείες, έγραψα προκηρύξεις.
Έφαγα ρεβίθια σε αφώτιστα γιαπιά και
ξάπλωσα σ’ ερημικές ακτές δίπλα
σε θαλασσοπούλια και δίπλα σε ναυάγια,
φόνους, σφαγές και προδοσίες. Έζησα
τη ζωή του άντρα και της γυναίκας.
Έζησα την ειρήνη και τον πόλεμο.
Διάβασα βαρύγδουπα ποιήματα
κι άκουσα ξεφτισμένα μαντάτα.
Σκόρπισα στάχτες αδέσποτες κι έκανα
σκέψεις απέραντες. Φασκιωμένος
σε κάποια καλύβα χάλασα τον κόσμο
για ένα φιλί. Για ένα τρομερό φιλί
σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του κορμιού.
Ένα φιλί να φιμώσει κάθε
ανήσυχη τρύπα που φυλλοροεί.