Μάχες

maxes

Κράτη, έθνη, μίση και στρατοί. Μιαν ατέλειωτη παρέλαση φτώχειας. Ένα ξέφρενο μίσος για τον άλλον, που είναι κι αυτός στημένος σε μιαν ουρά, υπερήφανος για την πατρίδα του, τη σημαία του και το κωλοχανείο που ζει. Πολλοί νέοι ονειρεύονται να γίνουν καταδρομείς και φουσκώνουν σαν παγώνια όταν φοράνε στολή. Υπακούουν σε παράλογες και γελοίες διαταγές ανωτέρων ηλιθίων που διάβηκαν σαν κι αυτούς το Ρουβίκωνα της ιεραρχίας και του καθήκοντος. Οι άνθρωποι που προετοιμάζονται για τις μελλοντικές μάχες δεν θα μάθουν ποτέ τους μηχανισμούς που προκαλούν τις μάχες. Θα είναι αιωνίως τα πρόβατα που οδηγούνται στη σφαγή απ’ τους σοφούς ποιμενάρχες. Αυτούς που διδάσκουν το ευαγγέλιο στις τρυφερές ηλικίες μιλώντας για υπακοή και ταπείνωση. Αυτούς που εκπαιδεύουν τους μάνατζερ επιχειρήσεων για να αγοράζουν και να πουλάνε το εμπόρευμα αλλά και το ιδεολόγημα του εμπορεύματος. Μιαν ατέλειωτη ακολουθία υπηκόων προορισμένων να διαιωνίσουν την κυριαρχία. Μιαν αδιάκοπη διαδικασία ανακατέματος και μαγαρίσματος. Μια διαδικασία ξεδιάντροπης επιβολής τους κακού. Ενός κακού που μαγειρεύεται μεγαλειωδώς στις εκκλησίες, στις ακαδημίες και στις μη κυβερνητικές επάλξεις οργανώσεων που με τρόπο ισοπεδωτικό έχουν επιβάλει το χρήμα στο κέντρο όλων των ζωτικών συμφερόντων. Ένας σοφός διασκελισμός του συστήματος μετέτρεψε τον κακομοίρη σε επιχειρηματία και τον δούλο των καταγωγίων της κατώτερης τάξης σε χαζοχαρούμενο μαλάκα που κάνει όνειρα για ανάπτυξη. Ένας κόσμος απόλυτης γελοιότητας και ξεβρακώματος προσαρτημένος στο άρμα της κοινωνίας του θεάματος, ευτελίζοντας την κατεξοχήν ανθρώπινη χρήση της νόησης, την πρόβλεψη και την αντίδραση απέναντι στον άμεσο κίνδυνο. Ζώντας σαν τους κατοίκους πολιορκημένης πόλης που τους σώνονται τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά χωρίς να έχουν πια από τίποτε να πιαστούν εκτός απ’ τ’ αρχίδια του κεφαλαιοκράτη που θα κάνει επενδύσεις και θα τους πετάξει ένα ξεροκόμματο για να ξεγελάσουν την πείνα τους και να περάσουν για λίγο καλά με τα κάθε λογής όπια. Κλινάμαξες που οδηγούν στην άβυσσο της εκμετάλλευσης ξεκινούν από δω την ώρα της θείας λειτουργίας και την ώρα της πρωινής προσευχής και την ώρα της πρωινής αναφοράς και την ώρα που ανοίγουν οι πόρτες των συσσιτίων και την ώρα που ο στερημένος παζαρεύει λίγη ηδονή και την ώρα που οι εργάτες φτιάχνουν όπλα νόμιμα για νόμιμους και ένδοξους σκοτωμούς.

Το μόνο στολίδι μας η απόδειξη

apodeiji

Το μόνο στολίδι μας η απόδειξη.
Θεραπαινίδα καλόκαρδη
του σαρκασμού και της σάρκας.
Απ’ του χάρου τ’ άγρια δόντια μας τραβάς
κι απ’ τα ευαγγέλια και τις κακάσχημες θεούσες
που γαλούχησαν μ’ αξυρισιά
τις φοβερές γάμπες και τα φοβερά θηλυκά
αυτού του μάταιου κόσμου.

Σάλια και μνημόνια

σαλια

Αχάριστοι, ανοίξατε τα πορτάκια
και κρίνετε τη ζωή με στίχους και
τις ανυπεράσπιστες μούσες με τους
ήχους της ανίας σας. Βγάζετε το
βρακί σας μπροστά στον ηγεμόνα
και βγάζετε την ψυχή σας και το
άχρηστο μάτι σας και σαν πουλιά
πιασμένα στις ξόβεργες κελαηδάτε
από μάταιη έπαρση και παραμιλάτε
σάλια και μνημόνια στο ύπουλα
προδοτικό φως της πρωτεύουσας.

Καρδιά απο πέτρα

kardia

Ο πυρωμένος ήλιος τού είχε κατακάψει το δέρμα σε ολόκληρη την πλάτη. Δεν είχε απλώς καεί, είχε τσουρουφλιστεί, είχε πρηστεί κι είχε φουσκώσει σαν μπαλόνι. Επιπλέον το έγκαυμα έφτανε ως την κοιλιά και τα πλευρά, πράγμα που τον ενοχλούσε σε βαθμό απερίγραπτο, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά, κάνοντάς τον να κοχλάζει σαν κατσαρόλα πάνω στη φωτιά. «Πως στενοχωριέμαι γι’ αυτόν!». Είπε στον άντρα της μια κυρία που καθόταν ακριβώς πίσω του σε μια ξαπλώστρα. Μα ο άντρας της σώπαινε βυθισμένος στη συνηθισμένη του απάθεια χωρίς να δίνει καμιά απολύτως σημασία στην ηλίαση του ανθρώπου που βρισκόταν κάτι λιγότερο από δυο μέτρα, ακριβώς μπροστά του. Κάθε φορά που η γυναίκα του αναστέναζε ή εξέφραζε τα ειλικρινή της αισθήματα, το πρόσωπό του σκοτείνιαζε και γρύλιζε κάτω απ’ τα μαύρα  μουστάκια του. «Αχ, κοίτα να δεις που δεν μπορώ να βρω αυτή την κρέμα για τα εγκαύματα. Θα του αλείφαμε την πλάτη και θα γινόταν καλά στη στιγμή» μονολογούσε η γυναίκα όση ώρα έψαχνε την τσάντα της.«Σταμάτα επιτέλους» της φώναξε ο άντρας της πιο σκυθρωπός από ποτέ. Και τότε αυτή τινάχτηκε σαν τίγρη και με ύφος απειλητικό του είπε, «εσύ έχεις μια πέτρα αντί για καρδιά και μ’ αυτή την πέτρα κάνεις λιώμα την καρδιά μου» σφίγγοντας τις γροθιές της και χτυπώντας την άμμο ανάμεσα στα ωραία της πόδια.   

Η άγνοια μάς εικονογραφεί

agnia

Πολλές φορές μας έσωσε η άγνοια και
πολλές μας εξαπάτησε. Άλλες μας γονάτισε
κι άλλες μας έπνιξε στη θάλασσα. Γδύθηκε
μπροστά μας και τρύπωσε στο φωτεινό
πιθάρι. Μας έφερε ένα βήμα πιο κοντά
στη σφαγή και στα γόνατα της αγαπημένης.
Μας έτσουξε τη σάρκα όπως το σαπούνι
τα μάτια. Μας λιάνισε και μας έμαθε τη ζωή.
Μας γνώρισε μέχρι απελπισίας στον εαυτό
μας. Μας νύχτωσε και μας ξημέρωσε.
Μας παράτησε στις στέρνες και στα πηγάδια.
Στα σκέλια και στις αγκαλιές. Μας έκανε
πρόβατα και μας έκανε λύκους. Μας βύθισε
στον μέσα ορίζοντα και στην πρέζα. Μας
αγκυροβόλησε στο στόμα μιας κυράς.
Μας σταύρωσε και μας φοβέρισε και μας
έφερε δώρα. Μας έβαλε στην πρίζα και
μας έβαλε δάχτυλο και μας έβαλε τις φωνές.
Μας έριξε στο γκρεμό με το γιωταχή. Μας
ξέβρασε στο νεροχύτη και στην αγκαλιά τού
Σωτήρα. Μας προφύλαξε και μας έκοψε με
το ψαλίδι. Στις μυστικές θερμάστρες της
σκορπίσαμε και στους αλαβάστρινους μηρούς της.
Ώσπου μας διέγραψε η άγνοια απ’ τους τοίχους
της καρδιάς κι απ’ τους τοίχους της παιδικής
ηλικίας και μας έκανε σοφούς γέρους
και απρόσιτους θνητούς που όλο τέμνουν τη ζωή
με κρύους χαρτοκόπτες.

Κάποιος που βάδιζε στην αμμουδιά

ammos

Κάποιος που βάδιζε στην αμμουδιά
αγαπούσε ένα κορίτσι χωρίς περιστροφές
και χωρίς μεγάλα λόγια και χωρίς φανφάρες
και ζητούσε τα βελουδένια μάτια της
ζητούσε το υγρό κελί της, την αγάπη της
που κρεμόταν από μια κλωστή. Ζητούσε
τα χείλη της και τα πέπλα της, ένα ποτάμι
από έρωτα. Ζητούσε τη ζεστασιά και το χάδι της.
Έπινε σκέτους καφέδες, λαχταρούσε να γράφει
ποιήματα και στίχους. Η γλώσσα του είχε πάρει
φωτιά και η καρδιά του ζεματίστηκε. Δεν
έβλεπε δεν άκουγε δεν έτρωγε. Βάδιζε
στην αμμουδιά και αγαπούσε ένα κορίτσι
που δεν είχε δει και δεν είχε ακούσει. Μα
περίμενε να ’ρθει το κορίτσι που αγαπούσε.
Με το χνουδωτό του εφηβαίο και τα φοβερά
χείλη της αγάπης και τα φοβερά πέπλα του έρωτα.

15 ποιήματα

155

1
Πράγματα ανέγγιχτα
απ’ τον διεστραμμένο ανθρώπινο πόθο.
Όπως είναι στην πραγματικότητα
κι όχι όπως θα θέλαμε να είναι.
Όπως υπάρχει η σάρκα σου ως ισόβια ύλη.
Όπως υπάρχουν τα βουνά και οι θάλασσες.
Όπως υπάρχουν οι τσίτσιδες υπάρξεις
στα δωμάτια και τους αγρούς
και στις όχθες μιας λίμνης.
Όπως υπάρχει ο άντρας και η γυναίκα
απαλλαγμένοι όμως απ’ την απληστία.
Κι όπως υπάρχει το Κυριακάτικο πρωινό.
Καθαρή αμόλυντη ύπαρξη.

2
Κοιμάσαι και το στήθος σου αναπνέει.
Χωρίς ευγνωμοσύνη και χωρίς οίκτο
και χωρίς την ψευδαίσθηση της ελπίδας
ή την παραμικρή λαχτάρα.
Και το δικαιούμαι πλήρως το στήθος σου.
Δίχως μια λέξη αγάπης.
Δίχως καμία λέξη.
Η δική σου ευχαρίστηση είναι και δική μου.

3
Ο χυμός σου προορισμένος να γλυκάνει
τη γλώσσα του πρώτου τυχαίου επισκέπτη.
Και οι ρόγες του Βυζιού σου
περιμένουν ολοπόρφυρες
κάποιον να τις ζουλήσει στο πατητήρι του έρωτα.
Μήτε τις νοιάζει ποιος θα είναι αυτός.

4
Έχω τους λυγμούς σου για εσπερινό. Και μπουκάρω
αρχαία θεά σελήνη στο χαλασμό σου.
Εγώ ο τάδε το λείψανο του έρωτα
κι εγώ ο δείνα ο ανίατος
που πάω ντουγρού κατά πάνω της
για να σπάσω το βάζο
με τα μαραμένα λουλούδια της ιδιωτικής της ζωής
και της ζωής χωρίς νόημα και χωρίς εμένα.

5
Θα σε ξεναγήσω στον καθρέφτη.
Σε γεωγραφίες του ύπνου και του ξύπνου.
Θα σε ξεναγήσω στο αριστούργημα του κορμιού σου.
Στα φοβερά ρήγματα και στον ουράνιο θόλο
και στα καλά καθούμενα θα ξεπορτίσω
στα μουσκεμένα σου χόρτα
με όλα τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα.
Με όλα τα τρείς χιλιάδες χρόνια ιστορίας
και τον τραγέλαφο λυρισμό απ’ την κορφή ως τα νύχια.

6
Σε έχω πάνω μου βαθιά.
Και είσαι εικόνισμα στην ντάλα του μεσημεριού.
Σε παίρνω ολόκληρη. Εγώ,
εγώ η ηχώ σου
στους δρόμους τους εξοχικούς της μήτρας σου.

7
Δεν είσαι σύμβολο, είσαι σώμα.
Με γλώσσα και δάχτυλα ως τα έσχατα του κόσμου.
Θα σου σηκώσω τη φούστα σαν άνεμος.
Να δω το φυσερό σου και το ωραίο σου κόσμημα.
Να δω το προϋπάρχον σχήμα μου.
Να δω τη χώρα μου που αγαπώ και λατρεύω
και την πιάνω κάθε τόσο στο στόμα μου.

8
Να μη βρίσκεις λόγια παρά να βρίσκεις αναπνοές
που δουλεύουν ρολόι. Να βρίσκεις αμέτρητες,
τη μια μέσα στην άλλη ομορφιές
να σε ξεμυαλίζουν και να είναι σαν να σου κόβεται η γλώσσα
και να σε παίρνει πάλι πίσω στο μισοσκόταδο των σεντονιών
το άγγιγμα του άλλου.

9
Σε περιμένω και σε περίμενα και σε έχω
σαν τον υπνωτισμένο χίλια χρόνια
με τις γαλάζιες χάντρες το ξημέρωμα στο μαξιλάρι
περιμένοντας να γράψω στα τοιχώματα του αγγείου σου
το πρωινό μου ποίημα.

10
Κι έξω απ’ το σπίτι μας βρίσκεται ο θεός.
Μα ο θεός δεν υπάρχει παρά στα μυαλά των ανθρώπων
και στις εικόνες ζωγραφισμένος
όπως οι σάτυροι στα πατητήρια.
Κι είναι έξω απ’ το σπίτι μας φρουρός
η ανυπαρξία του θεού κι εμείς στο κρεβάτι μας
καταβροχθίζοντας ο ένας τον άλλο.
Σαν τσιμπούσι θεριστάδων σε χωράφι.
Αφοσιωμένοι στο παιχνίδι της ύπαρξης.
Σπέρνοντας και θερίζοντας ακαταπαύστως.

11
Ας μην είμαστε πια τόσο μόνοι.
Ας γίνουμε αυτοί που θα ξεψυχήσουν αγκαλιά
δίπλα σ’ ένα κομοδίνο
δίπλα σ’ έναν κόσμο μοναχικών
ζητωκραυγάζοντας αναφιλητά.
Ανασηκώνοντας τη μέση, πάλλοντας
την ώρα που θα μας υπαγορεύει ο πόθος
άσεμνες διατάξεις στο νομοσχέδιο της ζωής.
Και την ώρα που δεν θα είμαστε πια τόσο μόνοι.

12
Εσύ και γω θα ζυγιαστούμε
στη σκαλωσιά του βλέμματος.
Εσύ θα βγάλεις τη φούστα σου
κι εγώ θα ξεψυχήσω στο μανιακό λαρύγγι σου.
Ως το τέλος του καιρού.
Ως το γκρέμισμα του χωροχρόνου.
Ως το χώμα.

13
Ωραία ήταν
βγαίνοντας απ’ το στόμα σου, κυρτός
και λίγο αθάνατος και λίγο μουδιασμένος
μα και λίγο υπεράνθρωπος
στην πυρωσιά της αγάπης.

14
Σ’ έχω ανάμεσα στα δάχτυλά μου και σε μυρίζω
λουλουδάκι κομμένο απ’ τον αγρό
και σε βάζω σ’ ένα ποτήρι με νερό για να σε κρατήσω ζωντανό.
Τα χείλη και τις φλέβες σου τον αγαθό σου μίσχο.
Μέσα στην τρομερή αιωνιότητα.
Στην εξουσία μου από αισθήματα για σένα.

15
Δεν πρόκειται να μας δοθεί χάρη.
Και να γράφεται άσεμνα.
Η φύση είναι άσεμνη.
Και είναι αποκρουστική
για τους καλογέρους και τις καλόγριες.
Η φύση. Τα αιδοία μας.
Τα δοχεία του καλού και του κακού.