Τοπίον της πόλεως των Αθηνών

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

gyra

Κατεβήκαμε το σούρουπο στο Μεταξουργείο. Κάναμε μια μικρή γύρα με τα πόδια κι ανεβήκαμε στο πρώτο σπίτι. Μαζί μας ανέβηκε κι ένα τσούρμο από χωριάτες με καταγωγή απ’ τη Μάντρα Αττικής. Ο μεγαλύτερος δάγκωνε την άκρη των χειλιών του κάνοντας το μουστάκι του ν’ ανεβοκατεβαίνει. Καθίσαμε στο σαλονάκι. Εμφανίστηκε μια κοπέλα μ’ ένα αραχνοΰφαντο πέπλο. Ο ένας απ’ αυτούς έβαλε τα γέλια. Γελούσε με όλο του το κορμί. Η καρέκλα όπου καθόταν έτριζε. Η ευθυμία του μεταδόθηκε γρήγορα και στους άλλους. Το δωμάτιο ολόκληρο αντηχούσε απ’ τα βροντερά τους γέλια. Η κοπέλα δεν περίμενε τέτοια γελοιοποίηση. Εγώ έγινα κατακόκκινος κι ο φίλος μου έπαιζε ρυθμικά τα δάχτυλά του στο γόνατο. Οι χωριάτες ένοιωθαν τη διάθεση να γελάσουν με κάθε της λέξη, αλλά συγκρατούσαν την ευθυμία τους. Ένας άλλος χωριάτης με μακρύ μυτερό πρόσωπο στεκόταν ολόρθος, χωρίς να στηρίζεται στον τοίχο. Δεν είχε ύφος ειρωνικό. Ούτε και γελούσε. Αντιθέτως έδειχνε πολύ νευρικός. Όταν κάπνιζε έδιωχνε τον καπνό με μια χειρονομία δυσαρέσκειας, λες και κυνηγούσε σφήκες ή μύγες. Δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για την παρουσία της σχεδόν γυμνής κοπέλας στο δωμάτιο. Της κοπέλας με το αραχνοΰφαντο πέπλο και το ξυρισμένο μουνί.