Λάμια

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

πικασο

Είχε τον τρόπο της. Ένα μαγικό κουτί που έκρυβε ζαρκάδια, πουλιά και εραστές. Γυναίκα από γλυκό θυμό κι από ελάτια της Πεντέλης. Αθηναία καλλονή. Στρατευμένη στην εξουσία του έρωτα. Αφοσιωμένη στην αποχαύνωση των βασιλιάδων. Ερωμένη του Δημητρίου του πολιορκητή. Με τα ηγεμονικά δώρα του ίδρυσε στη Σικυώνα την Ποικίλη στοά. Την πρώτη στον κόσμο πινακοθήκη. Σ’ ένα συμπόσιο ο Δημήτριος της χάρισε αρώματα ακριβά που δεν της άρεσαν. Χολωμένος φώναξε να του φέρουν ένα βάζο για μυρουδικά και μέσα εκεί αυνανίστηκε. Με το δάχτυλο της έδωσε τότε να μυρίσει το σπέρμα. Η Λάμια είπε πως αυτό είναι σαπρότατον πάντων. Ναι! Λάμια της απάντησε ο πολιορκητής αλλά μάρτυρές μου οι θεοί, μάθε πως είναι από πούτσο βασιλικό. Κάποτε μήνυσε έναν πελάτη της που την ονειρεύτηκε γυμνή και εκσπερμάτωσε, ζητώντας την αμοιβή της. Ο δικαστής της έδωσε για αποζημίωση τη σκιά μιας δραχμής, θεωρώντας ότι η σκιά αντιστοιχεί στο όνειρο.  Ήτο φιλότεχνη και πνευματώδης. Οι Αθηναίοι ίδρυσαν γι’ αυτήν ναό και την τιμούσαν σαν Αφροδίτη.

Απ’ το ανέκδοτο βιβλίο:

Το εξαίσιο πουταναριό

Ή

εταίρων κατάλογος