15 ποιήματα

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

155

1
Πράγματα ανέγγιχτα
απ’ τον διεστραμμένο ανθρώπινο πόθο.
Όπως είναι στην πραγματικότητα
κι όχι όπως θα θέλαμε να είναι.
Όπως υπάρχει η σάρκα σου ως ισόβια ύλη.
Όπως υπάρχουν τα βουνά και οι θάλασσες.
Όπως υπάρχουν οι τσίτσιδες υπάρξεις
στα δωμάτια και τους αγρούς
και στις όχθες μιας λίμνης.
Όπως υπάρχει ο άντρας και η γυναίκα
απαλλαγμένοι όμως απ’ την απληστία.
Κι όπως υπάρχει το Κυριακάτικο πρωινό.
Καθαρή αμόλυντη ύπαρξη.

2
Κοιμάσαι και το στήθος σου αναπνέει.
Χωρίς ευγνωμοσύνη και χωρίς οίκτο
και χωρίς την ψευδαίσθηση της ελπίδας
ή την παραμικρή λαχτάρα.
Και το δικαιούμαι πλήρως το στήθος σου.
Δίχως μια λέξη αγάπης.
Δίχως καμία λέξη.
Η δική σου ευχαρίστηση είναι και δική μου.

3
Ο χυμός σου προορισμένος να γλυκάνει
τη γλώσσα του πρώτου τυχαίου επισκέπτη.
Και οι ρόγες του Βυζιού σου
περιμένουν ολοπόρφυρες
κάποιον να τις ζουλήσει στο πατητήρι του έρωτα.
Μήτε τις νοιάζει ποιος θα είναι αυτός.

4
Έχω τους λυγμούς σου για εσπερινό. Και μπουκάρω
αρχαία θεά σελήνη στο χαλασμό σου.
Εγώ ο τάδε το λείψανο του έρωτα
κι εγώ ο δείνα ο ανίατος
που πάω ντουγρού κατά πάνω της
για να σπάσω το βάζο
με τα μαραμένα λουλούδια της ιδιωτικής της ζωής
και της ζωής χωρίς νόημα και χωρίς εμένα.

5
Θα σε ξεναγήσω στον καθρέφτη.
Σε γεωγραφίες του ύπνου και του ξύπνου.
Θα σε ξεναγήσω στο αριστούργημα του κορμιού σου.
Στα φοβερά ρήγματα και στον ουράνιο θόλο
και στα καλά καθούμενα θα ξεπορτίσω
στα μουσκεμένα σου χόρτα
με όλα τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα.
Με όλα τα τρείς χιλιάδες χρόνια ιστορίας
και τον τραγέλαφο λυρισμό απ’ την κορφή ως τα νύχια.

6
Σε έχω πάνω μου βαθιά.
Και είσαι εικόνισμα στην ντάλα του μεσημεριού.
Σε παίρνω ολόκληρη. Εγώ,
εγώ η ηχώ σου
στους δρόμους τους εξοχικούς της μήτρας σου.

7
Δεν είσαι σύμβολο, είσαι σώμα.
Με γλώσσα και δάχτυλα ως τα έσχατα του κόσμου.
Θα σου σηκώσω τη φούστα σαν άνεμος.
Να δω το φυσερό σου και το ωραίο σου κόσμημα.
Να δω το προϋπάρχον σχήμα μου.
Να δω τη χώρα μου που αγαπώ και λατρεύω
και την πιάνω κάθε τόσο στο στόμα μου.

8
Να μη βρίσκεις λόγια παρά να βρίσκεις αναπνοές
που δουλεύουν ρολόι. Να βρίσκεις αμέτρητες,
τη μια μέσα στην άλλη ομορφιές
να σε ξεμυαλίζουν και να είναι σαν να σου κόβεται η γλώσσα
και να σε παίρνει πάλι πίσω στο μισοσκόταδο των σεντονιών
το άγγιγμα του άλλου.

9
Σε περιμένω και σε περίμενα και σε έχω
σαν τον υπνωτισμένο χίλια χρόνια
με τις γαλάζιες χάντρες το ξημέρωμα στο μαξιλάρι
περιμένοντας να γράψω στα τοιχώματα του αγγείου σου
το πρωινό μου ποίημα.

10
Κι έξω απ’ το σπίτι μας βρίσκεται ο θεός.
Μα ο θεός δεν υπάρχει παρά στα μυαλά των ανθρώπων
και στις εικόνες ζωγραφισμένος
όπως οι σάτυροι στα πατητήρια.
Κι είναι έξω απ’ το σπίτι μας φρουρός
η ανυπαρξία του θεού κι εμείς στο κρεβάτι μας
καταβροχθίζοντας ο ένας τον άλλο.
Σαν τσιμπούσι θεριστάδων σε χωράφι.
Αφοσιωμένοι στο παιχνίδι της ύπαρξης.
Σπέρνοντας και θερίζοντας ακαταπαύστως.

11
Ας μην είμαστε πια τόσο μόνοι.
Ας γίνουμε αυτοί που θα ξεψυχήσουν αγκαλιά
δίπλα σ’ ένα κομοδίνο
δίπλα σ’ έναν κόσμο μοναχικών
ζητωκραυγάζοντας αναφιλητά.
Ανασηκώνοντας τη μέση, πάλλοντας
την ώρα που θα μας υπαγορεύει ο πόθος
άσεμνες διατάξεις στο νομοσχέδιο της ζωής.
Και την ώρα που δεν θα είμαστε πια τόσο μόνοι.

12
Εσύ και γω θα ζυγιαστούμε
στη σκαλωσιά του βλέμματος.
Εσύ θα βγάλεις τη φούστα σου
κι εγώ θα ξεψυχήσω στο μανιακό λαρύγγι σου.
Ως το τέλος του καιρού.
Ως το γκρέμισμα του χωροχρόνου.
Ως το χώμα.

13
Ωραία ήταν
βγαίνοντας απ’ το στόμα σου, κυρτός
και λίγο αθάνατος και λίγο μουδιασμένος
μα και λίγο υπεράνθρωπος
στην πυρωσιά της αγάπης.

14
Σ’ έχω ανάμεσα στα δάχτυλά μου και σε μυρίζω
λουλουδάκι κομμένο απ’ τον αγρό
και σε βάζω σ’ ένα ποτήρι με νερό για να σε κρατήσω ζωντανό.
Τα χείλη και τις φλέβες σου τον αγαθό σου μίσχο.
Μέσα στην τρομερή αιωνιότητα.
Στην εξουσία μου από αισθήματα για σένα.

15
Δεν πρόκειται να μας δοθεί χάρη.
Και να γράφεται άσεμνα.
Η φύση είναι άσεμνη.
Και είναι αποκρουστική
για τους καλογέρους και τις καλόγριες.
Η φύση. Τα αιδοία μας.
Τα δοχεία του καλού και του κακού.