Σάλια και μνημόνια

σαλια

Αχάριστοι, ανοίξατε τα πορτάκια
και κρίνετε τη ζωή με στίχους και
τις ανυπεράσπιστες μούσες με τους
ήχους της ανίας σας. Βγάζετε το
βρακί σας μπροστά στον ηγεμόνα
και βγάζετε την ψυχή σας και το
άχρηστο μάτι σας και σαν πουλιά
πιασμένα στις ξόβεργες κελαηδάτε
από μάταιη έπαρση και παραμιλάτε
σάλια και μνημόνια στο ύπουλα
προδοτικό φως της πρωτεύουσας.

Καρδιά απο πέτρα

kardia

Ο πυρωμένος ήλιος τού είχε κατακάψει το δέρμα σε ολόκληρη την πλάτη. Δεν είχε απλώς καεί, είχε τσουρουφλιστεί, είχε πρηστεί κι είχε φουσκώσει σαν μπαλόνι. Επιπλέον το έγκαυμα έφτανε ως την κοιλιά και τα πλευρά, πράγμα που τον ενοχλούσε σε βαθμό απερίγραπτο, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά, κάνοντάς τον να κοχλάζει σαν κατσαρόλα πάνω στη φωτιά. «Πως στενοχωριέμαι γι’ αυτόν!». Είπε στον άντρα της μια κυρία που καθόταν ακριβώς πίσω του σε μια ξαπλώστρα. Μα ο άντρας της σώπαινε βυθισμένος στη συνηθισμένη του απάθεια χωρίς να δίνει καμιά απολύτως σημασία στην ηλίαση του ανθρώπου που βρισκόταν κάτι λιγότερο από δυο μέτρα, ακριβώς μπροστά του. Κάθε φορά που η γυναίκα του αναστέναζε ή εξέφραζε τα ειλικρινή της αισθήματα, το πρόσωπό του σκοτείνιαζε και γρύλιζε κάτω απ’ τα μαύρα  μουστάκια του. «Αχ, κοίτα να δεις που δεν μπορώ να βρω αυτή την κρέμα για τα εγκαύματα. Θα του αλείφαμε την πλάτη και θα γινόταν καλά στη στιγμή» μονολογούσε η γυναίκα όση ώρα έψαχνε την τσάντα της.«Σταμάτα επιτέλους» της φώναξε ο άντρας της πιο σκυθρωπός από ποτέ. Και τότε αυτή τινάχτηκε σαν τίγρη και με ύφος απειλητικό του είπε, «εσύ έχεις μια πέτρα αντί για καρδιά και μ’ αυτή την πέτρα κάνεις λιώμα την καρδιά μου» σφίγγοντας τις γροθιές της και χτυπώντας την άμμο ανάμεσα στα ωραία της πόδια.   

Η άγνοια μάς εικονογραφεί

agnia

Πολλές φορές μας έσωσε η άγνοια και
πολλές μας εξαπάτησε. Άλλες μας γονάτισε
κι άλλες μας έπνιξε στη θάλασσα. Γδύθηκε
μπροστά μας και τρύπωσε στο φωτεινό
πιθάρι. Μας έφερε ένα βήμα πιο κοντά
στη σφαγή και στα γόνατα της αγαπημένης.
Μας έτσουξε τη σάρκα όπως το σαπούνι
τα μάτια. Μας λιάνισε και μας έμαθε τη ζωή.
Μας γνώρισε μέχρι απελπισίας στον εαυτό
μας. Μας νύχτωσε και μας ξημέρωσε.
Μας παράτησε στις στέρνες και στα πηγάδια.
Στα σκέλια και στις αγκαλιές. Μας έκανε
πρόβατα και μας έκανε λύκους. Μας βύθισε
στον μέσα ορίζοντα και στην πρέζα. Μας
αγκυροβόλησε στο στόμα μιας κυράς.
Μας σταύρωσε και μας φοβέρισε και μας
έφερε δώρα. Μας έβαλε στην πρίζα και
μας έβαλε δάχτυλο και μας έβαλε τις φωνές.
Μας έριξε στο γκρεμό με το γιωταχή. Μας
ξέβρασε στο νεροχύτη και στην αγκαλιά τού
Σωτήρα. Μας προφύλαξε και μας έκοψε με
το ψαλίδι. Στις μυστικές θερμάστρες της
σκορπίσαμε και στους αλαβάστρινους μηρούς της.
Ώσπου μας διέγραψε η άγνοια απ’ τους τοίχους
της καρδιάς κι απ’ τους τοίχους της παιδικής
ηλικίας και μας έκανε σοφούς γέρους
και απρόσιτους θνητούς που όλο τέμνουν τη ζωή
με κρύους χαρτοκόπτες.