Μάχες

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

maxes

Κράτη, έθνη, μίση και στρατοί. Μιαν ατέλειωτη παρέλαση φτώχειας. Ένα ξέφρενο μίσος για τον άλλον, που είναι κι αυτός στημένος σε μιαν ουρά, υπερήφανος για την πατρίδα του, τη σημαία του και το κωλοχανείο που ζει. Πολλοί νέοι ονειρεύονται να γίνουν καταδρομείς και φουσκώνουν σαν παγώνια όταν φοράνε στολή. Υπακούουν σε παράλογες και γελοίες διαταγές ανωτέρων ηλιθίων που διάβηκαν σαν κι αυτούς το Ρουβίκωνα της ιεραρχίας και του καθήκοντος. Οι άνθρωποι που προετοιμάζονται για τις μελλοντικές μάχες δεν θα μάθουν ποτέ τους μηχανισμούς που προκαλούν τις μάχες. Θα είναι αιωνίως τα πρόβατα που οδηγούνται στη σφαγή απ’ τους σοφούς ποιμενάρχες. Αυτούς που διδάσκουν το ευαγγέλιο στις τρυφερές ηλικίες μιλώντας για υπακοή και ταπείνωση. Αυτούς που εκπαιδεύουν τους μάνατζερ επιχειρήσεων για να αγοράζουν και να πουλάνε το εμπόρευμα αλλά και το ιδεολόγημα του εμπορεύματος. Μιαν ατέλειωτη ακολουθία υπηκόων προορισμένων να διαιωνίσουν την κυριαρχία. Μιαν αδιάκοπη διαδικασία ανακατέματος και μαγαρίσματος. Μια διαδικασία ξεδιάντροπης επιβολής τους κακού. Ενός κακού που μαγειρεύεται μεγαλειωδώς στις εκκλησίες, στις ακαδημίες και στις μη κυβερνητικές επάλξεις οργανώσεων που με τρόπο ισοπεδωτικό έχουν επιβάλει το χρήμα στο κέντρο όλων των ζωτικών συμφερόντων. Ένας σοφός διασκελισμός του συστήματος μετέτρεψε τον κακομοίρη σε επιχειρηματία και τον δούλο των καταγωγίων της κατώτερης τάξης σε χαζοχαρούμενο μαλάκα που κάνει όνειρα για ανάπτυξη. Ένας κόσμος απόλυτης γελοιότητας και ξεβρακώματος προσαρτημένος στο άρμα της κοινωνίας του θεάματος, ευτελίζοντας την κατεξοχήν ανθρώπινη χρήση της νόησης, την πρόβλεψη και την αντίδραση απέναντι στον άμεσο κίνδυνο. Ζώντας σαν τους κατοίκους πολιορκημένης πόλης που τους σώνονται τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά χωρίς να έχουν πια από τίποτε να πιαστούν εκτός απ’ τ’ αρχίδια του κεφαλαιοκράτη που θα κάνει επενδύσεις και θα τους πετάξει ένα ξεροκόμματο για να ξεγελάσουν την πείνα τους και να περάσουν για λίγο καλά με τα κάθε λογής όπια. Κλινάμαξες που οδηγούν στην άβυσσο της εκμετάλλευσης ξεκινούν από δω την ώρα της θείας λειτουργίας και την ώρα της πρωινής προσευχής και την ώρα της πρωινής αναφοράς και την ώρα που ανοίγουν οι πόρτες των συσσιτίων και την ώρα που ο στερημένος παζαρεύει λίγη ηδονή και την ώρα που οι εργάτες φτιάχνουν όπλα νόμιμα για νόμιμους και ένδοξους σκοτωμούς.