Βόλτες

boltes

Είναι κάτι κοπέλες με ποδήλατα
που δε λογαριάζουν τίποτε. Στη
μέση του ποιήματος κόβουν δρόμο

και συναντούν το ωραίο κυπαρίσσι
και τα φοβερά αγριόχορτα των αγρών.
Κι ο φρέσκος αέρας της εξοχής περνά

στο κορμάκι τους. Και σταματούν και
κυλιούνται στα δειλινά. Και ξαπλώνουν
και βυθίζονται κι ονειρεύονται τον

τρομερό φαλλό της νοσταλγίας τού
παλιού καιρού, τον ήλιο της πατρίδας
στους ωκεανούς και στα πελάγη. Και

τα λευκά βαπόρια με τη λευκή δαντέλα
των κυμάτων. Και μουσκεμένες πια
βυθίζουνε το δάχτυλο στο θείο καρπό

ευτυχισμένες μέσ’ στο φόρεμα
της γύμνιας, χαϊδεύοντας το τρυφερό
γαμήλιο δώρο της αγρύπνιας.

Γονυκλισία

gon

Προσκυνώ εσένα βαρύτητα
που θα με πάρεις και θα με σηκώσεις
και θ’ ανθίσω πάλι μέσα σ’ έναν αγρό
ή σ’ ένα θερμοκήπιο
για να ταΐσω γύρη ξανά
τ’ αθόρυβα βυζιά σου
για να αποικίσω τη δίνη της αγκάλης σου ξανά.