Γ΄ Χαιρετισμοί

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

goatorgykq1

Οι χριστιανοί κάρφωσαν το θεό τους στο σταυρό μόνο και μόνο για να τον προσκυνήσουν. Έχτισαν εκκλησίες, δωμάτια, κάμαρες, κελιά, προορισμένα για χρήσεις πιο ειδικές και πιο χυδαίες, αφού οι χώροι αυτοί χρησιμεύουν ως καταφύγια απασχολήσεων που απαιτούν απαραβίαστη μοναξιά. Κάτι σαν αποχωρητήρια της ύπαρξης όπου νομίμως μπορείς να εξοκείλεις προς την ονειροπόληση τα δάκρυα και την ηδυπάθεια. Όπου μπορείς να σταθείς δίπλα στον φτωχό και στον πλούσιο σε μιαν ανακωχή του κοινωνικού ανταγωνισμού δηλώνοντας μέσω της προγραμματικής αγάπης προς τον πλησίον, πως δεν πρόκειται να επιθυμήσεις τη γυναίκα του ή την περιουσία του και πως δεν πρόκειται να αλλάξεις τη ροή των πραγμάτων αφού τα πράγματα σε καθορίζουν και η μοίρα σε οδηγεί. Και το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο και λοιπά. Μέσω της ταύτισης η εκκλησία επιφέρει μια καθαρά δομική διεργασία στον ανθρώπινο ψυχισμό. Ο πιστός, κάθε φορά που συμμετέχει στα μυστήρια, δηλαδή στα δρώμενα, συμμετέχει ως πρόβατο. Κάτω από μια αυστηρή δομή ιεραρχίας που τον κάνει να μεταμφιέζεται. Να μεταμφιέζεται σε πιστό και σαγηνευμένο ερωτευμένο. Να βγαίνει από τη φύση του αναπλάθοντας μαγικά το επεισόδιο της σαγήνης, τη στιγμή που αποσβολώθηκε απ’ την Εικόνα. Την Εικόνα του ιδανικού όντος που τον περιχαρακώνει τόσο πολύ, ώστε ο κόσμος γύρω να καταργείται. Να υπάρχει μονάχα ο δημιουργός και το δημιούργημά του. Και μέσω αυτής της αμφίεσης να διαμορφώνει ένα παιδικό σώμα, μιαν αδύνατη πλευρά και μιαν αθωότητα. Εκεί που οι ψυχαναλυτές τοποθέτησαν το δίπολο φαλλός και μητέρα συναρμόζοντας σ’ αυτό το δυισμό όλα τα κοσμικά στοιχεία. Εκεί που ισοπεδώνονται όλες οι αντιθέσεις και με βιτριολικό τρόπο η μεταφυσική πλάθει στο φαντασιακό του πιστού κρίματα, λάμψεις, καζάνια και προσευχές. Κλονίζοντας με τον πιο ύπουλο τρόπο τη διανοητική του υγεία. Οι εκκλησίες λειτουργούν ως ομαδικές τουαλέτες του πνεύματος. Χωρίς βεβαίως την κοπρολογική του χρήση υποβάλουν τον πιστό στις προετοιμασίες στις οποίες υποβάλλεται ο θανατοποινίτης προτού οδηγηθεί στο ικρίωμα. Μια φοβερή σπουδή θανάτου και εκφοβισμού δια βίου. Ένα παραλήρημα στα όρια της θανατολαγνείας, αφού ακίνητοι πιστοί, σχεδόν σαν υπνωτισμένα στρατιωτάκια ακούνε ιερείς και ιεροκήρυκες να περιθάλπουν το γήρας τους που εκφράζεται μέσω της καταστατικής απαξίωσης κάθε ευχαρίστησης και χαράς και κάθε ηδονής και επιθυμίας μιας άλλης τάξης πραγμάτων. Η εκκλησία επαναφέρει συνεχώς τον πιστό στα αδιέξοδά του. Τον έχει κλεισμένο σ’ ένα κλουβί όπου δε μπορεί μήτε όρθιος να σταθεί αλλά και μήτε να ξαπλώσει. Εδώ βρίσκεται και το σημείο τομής θρησκείας και ψυχανάλυσης. Ο περιορισμός της δράσης. Η δημιουργία της φασιστικής πεποίθησης πως το μόνο που μπορούμε να αλλάξουμε είναι τον εαυτό μας κι όχι τον κόσμο. Αποκαρδιώνοντας κάθε καταπιεσμένη ύπαρξη, μαγκωμένης στα δεσμά του εκμεταλλευτή. Φορώντας στον άνθρωπο αυτό το διεστραμμένο κουστούμι του ανορθολογισμού. Τραγουδώντας και σιγοψιθυρίζοντάς του Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει ποτέ. Κι όμως αυτός ο κόσμος αλλάζει από στιγμή σε στιγμή. Κινείται περιστρέφεται ασελγεί. Σε πείσμα δεσποτάδων, καρδιναλίων, μάνατζερ, στρατηγών και χωροφυλάκων αναφωνεί κάθε στιγμή και κάθε χιλιοστό χαμένου χρόνου: Άντε γαμήσου Κεμάλ.