Χρώματα

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

33

Νομίζω πως εκείνη τη μέρα απελευθερώθηκα πλήρως. Μπορούσα με άνεση να πω σε έναν περαστικό πως είναι μεγάλος απατεώνας και πως δεν μου αρέσει το ύφος του. Μπορούσα επίσης να κάνω και άλλα φοβερά πράγματα και να γίνω σαν τα παιδιά. Να μείνω με το κεφάλι κάτω, σα να είχα κλάψει ή να κατεβάσω το παντελόνι μου μπροστά σε μια βιτρίνα. Μπορούσα να παίζω με την άμμο και να κολυμπάω στη θάλασσα και να τρέχω στην παραλία. Μπορούσα εκείνη τη μέρα να κάνω εκατοντάδες φίλους, να γελάω και να χαίρομαι και να γράφω στους τοίχους συνθήματα. Και να ουρλιάζω. Ζήτω η γενικευμένη παιδικότητα! Βεβαίως εκείνη τη μέρα που απελευθερώθηκα πλήρως θεώρησα πως ήμουν ένας αληθινός ποιητής. Και δεν μπορούσα να μείνω απαθής μπροστά σε ένα πονεμένο κορμί ή μπροστά σε μια τραγωδία. Ένας ποιητής θα πρέπει να είναι ευαίσθητος στον πόνο των άλλων. Θα έλεγα μάλιστα πως αν κάποιος τρυπήσει το δάχτυλό του σε απόσταση εκατό μέτρων, ο ποιητής πρέπει αμέσως να φωνάξει Ωχ!