Προς την νίκη

nude-legs

Σ’ ακούω να κελαρύζεις απ’ το δώμα σου εαυτέ
και να μπήγεις τα νύχια σου σε τόσα βιβλία
και να λογοκρίνεσαι και να λογοτεχνείς μαινόμενος.
Σ’ ακούω να ετοιμάζεις αλληγορικές ανταρσίες
και να ποθείς, σα γύφτος ωραίος περιπλανώμενος.
Και να ποθείς τον μαχητικό αφρό των σκελιών της.
Ω εαυτέ ψευδώνυμε, όλα κλεμμένα είναι απ’ το μέλλον.

Τα κορίτσια του ντουνιά

koritsia

Ναι αγαπώ τα κορίτσια του ντουνιά
που μου στέλνουν επιταγές κι ερωτικά
γράμματα και ζητάνε ρουσφέτια και
χάδια εξ’ αποστάσεως. Και με ταΐζουν
και με κρατάνε στη ζωή και μου ρουφούν
το μυαλό. Αδυνατώ να ξεχάσω
τις κρύες νύχτες τη μυρουδιά τους
και τις μυλόπετρες που με συντρίβουν
καθώς αλλάζουν πλευρό. Τη νιότη που
μελαγχολεί μεσ’ τον καθρέφτη.
Ω άγρυπνα μελισσάκια, εγώ ο ηγεμόνας της αϋπνίας σας.
Ο ιερόσυλος σπασμός.
Εγώ η πατσαβούρα τέχνη των εθνών.

Προσκλητήριο για ανταρσία

proskl

Το σφιχτοδεμένο κορμί της. Και
το όνομα του λουλουδιού ανάμεσα
στα δάχτυλά της. Και η μικρή
βιογραφία της αγάπης μεσ’ τα ρούχα της.
Ένα κυρτωμένο κορμάκι στη ζέστη
της ημέρας. Ορίζοντας που βλάστησε
τη μανιασμένη τέχνη του έρωτα.
Αλυκές στο μικρό της κόρφο
και το γέλιο της μια πέτρα
έτοιμο να σπάσει κεφάλια.
Έτοιμο να σκαρφαλώσει στα δέντρα.
Να καλπάσει μεσ’ τα ερείπια του ποιήματος.
Θα γίνω για σένα σκεύος ηδονής. Για να δεις
τι σημαίνει να υποφέρεις διαβολικά
και τι σημαίνει να περιφέρεις τις καύλες σου
ανάμεσα σε τόσους συμπολίτες
αλεπούδες λύκους νυφίτσες και ασβούς.

Αυτός

xeri

Έχει σεβντά και δεν έχει χρήματα για
διακοπές. Παιχνίδια εξουσίας καταπίνει
αμάσητα. Το λυγμό του καταπίνει. Γίνεται
ωραίος κυνικός και ωραίος σαν έλληνας.
Ένδοξα σπαρταρά σε μια τρομερή ουρά
δίπλα σε ποτάμια που γαλήνεψαν και δίπλα
στην κόψη του ξυραφιού. Είναι λεβέντης και
πονεμένος. Δάσκαλος και μαθητής καρδούλας
που τραντάζεται. Έχει χωριό και σοφίτα και
Άγιον Όρος. Μηχανικά πορεύεται και γαμεί.
Είναι αυθεντία αλλά όχι στην αγάπη. Στο
βουλιμικό τίποτε είναι πρώτος. Πρωταθλητής
στην τρεχάλα. Στα έσοδα στα έξοδα στα έξω
και στα μέσα. Είναι μόνος μαζί με άλλους
στις γιορτές. Είναι αγρίμι. Γράφει παλαιάς
κοπής ποιήματα. Και τα στέλνει στον Παλαμά.
Στους νεκρούς. Στα χείλη μιανής που δεν τον
περίμενε. Τα στέλνει σε περιοδικά της επαρχίας.
Τα βάζει στα μπαούλα και στους χαρτοφύλακες.
Τον πόνο του λέει με τον τρόπο των άλλων.
Άγνωστος μεταξύ γνωστών. Μονήρης. Και
ολίγον ιμπεριαλιστής και ολίγον άσχετος με
τη ραγδαία φθορά. Και τη φθορά του.
Και των πάντων τη φθορά.