Δια γυμνού οφθαλμού

dia

Βλέπουμε τον κόσμο δια γυμνού
οφθαλμού. Βλέπουμε την αγάπη.
Βλέπουμε τις αχερούσιες λαγνείες.
Βλέπουμε τη γυναίκα με τους
μαστούς της. Βλέπουμε τους
σκοτεινούς αιώνες της αυριανής
μέρας. Τις όμορφες Λολίτες στην
παραλία. Βλέπουμε τα κύματα
και τους γλάρους. Βλέπουμε
τα καυλωμένα γαϊδούρια στους
αγρούς και τις νύφες που περιμένουν
το γαμπρό. Βλέπουμε στο σινεμά
τα φοβερά φιλιά και τα φλογερά
χάδια. Βλέπουμε τα τροπικά νησιά
και τα δέντρα. Βλέπουμε τον κόσμο
και τις πέντε ηπείρους. Βλέπουμε
τον πλούτο και τη φτώχια. Την Ακτή
Ελεφαντοστού. Την πεντάμορφη και
το τέρας. Βλέπουμε το περίστροφο
που είναι κρυμμένο σ’ ένα καρβέλι
ψωμί. Βλέπουμε το χάσκον δείλιο
στόμα της αιωνιότητας να μας
περιμένει. Βλέπουμε τον ουρανό και
τ’ άστρα. Βλέπουμε τα σκουπιδιάρικα
και τους Αγίους ν’ αδειάζουν τους
κάδους. Βλέπουμε τις λέξεις κάτω
απ’ το πουκάμισο της έμπνευσης.
Το θείο στητό βυζί της ποίησης.
Βλέπουμε τους αδένες του λυρισμού
και τα εντόσθια της καλολογίας.
Βλέπουμε τους κρεμασμένους και
τους παλουκωμένους. Τους τηρητές
των αποφάσεων. Τους επισήμους
στο βάθρο τους. Βλέπουμε τα πηγάδια
με τα ψοφίμια και τον ήλιο να γλείφει
τα μάρμαρα. Βλέπουμε τη νύχτα
και τη μέρα. Την απλήρωτη εργασία.
Τον κύριο Συμφερόπολη που μας
κρατά απ’ τ’ αρχίδια. Βλέπουμε
τον κύριο ληξίαρχο με τη χλωμή
σφραγίδα του να μας βγάζει
ταυτότητα για τον κάτω κόσμο.

Χασμωδίες

29g-thumb-large

Σας νυμφεύομαι χασμωδίες
κι εσάς ανυπάκουες ποιήτριες
που κουβαλάτε τα φριχτά
τραύματα του έρωτα και τους
βαλσαμωμένους εραστές.
Που έχετε τον θυμωμένο
Ειρηνικό ωκεανό στα σκέλια
σας. Διατυμπανίζοντας την
κλεισούρα των ονείρων σας.
Απτόητες ως το αναφιλητό.
Ως εκεί που οξειδώνει την
αναπνοή ο αυνανισμός. Άπειρες
μοναχούλες αναλλοίωτες.
Κλειδωμένες στα ενυδρεία
της απόλαυσης. Με καρδούλες
ζωγραφιστές και σεληνόφως.

Εκδρομή στη Μακρόνησο

εκδρομη

Εβάλαμε πολλές περικοκλάδες
στο ποίημα. Πολλά αχ και βαχ
σε αμμουδιές και σε λιμάνια.
Οι μεγαλειότατοι πολιτευτές
οι δεκανείς, οι λοχίες, οι σκοπευτές,
οι μούτες, μας κυνήγησαν αδυσώπητα.
Διόρισαν αρμόδιους στις ειδήσεις
για να σβήνουν λίγο λίγο τη μνήμη
να σβήνουν την κάψα. Ιδρύσαν φοβερά
ιδρύματα, σκόρπισαν υποτροφίες
στα ταλέντα για να πάθουν πατατράκ.
Με μπουλντόζες γκρέμισαν τη
Μακρόνησο. Το γαλάζιο τάγμα.
Την υδροφόρα απ’ το Λαύριο γεμάτη
κατσαρίδες, τα περιστατικά ουτοπίας,
τα σφυροδρέπανα και τα πυροφάνια,
τους πρόσφυγες και τους άστεγους.
Τα γίδια που έγλειφαν το αλάτι απ’ τα
λιθάρια. Φέρανε μέντιουμ αστρολόγους
χαρτορίχτρες κλαδάκια δάφνης για να
κρεμάσουν τους ποιητές να υμνήσουν
το Αιγαίο και τη θάλασσα να σβήσουν
το φαγωμένο δέρμα απ’ τις ψείρες και
να κουρέψουν με το ψαλίδι της λήθης
τα μακριά τρελά μαλλιά του θανάτου.

Εκτός εαυτού

ektos

Είμαστε έτοιμοι να γυρίσουμε τον κόσμο
ανάποδα, να δούμε τη Δύση και την
Ανατολή, τον ήλιο στα ξέφωτα. Να
σβήσουμε με τη γομολάστιχα τις άγονες
γραμμές. Τα ηλεκτρισμένα μας λόγια
και τα πυρωμένα μας φιλιά να σκορπίσουμε
στους πέντε ανέμους. Οριστικώς να
διάγουμε βίο χαρισάμενο με όλες τις
ευφάνταστες υπάρξεις που μας πήραν
τα μυαλά και μας σκόρπισαν στη θάλασσα
και στο βουνό, στους κάμπους και στα
οροπέδια. Να κοιτάξουμε τα γεγονότα
λοξά. Να κάνουμε τα χατίρια στις όμορφες
ξεφλουδίζοντας τη νύχτα και το σκοτάδι.
Να στήσουμε οδοφράγματα στα περασμένα
μεγαλεία μας. Να κάνουμε τα μαυσωλεία
ξενυχτάδικα και τα μουσεία πολέμου
περιστερώνες. Ν’ αφήσουμε το σταυρό
στο βυθό και τους λεγεωνάριους στα βιβλία.
Να βγούμε διαπαντός εκτός εαυτού.

Πνευματικό εμβατήριο

kardoula

Στην Ελλάδα γράφτηκε μπόλικη σεξοφοβική ποίηση, βεβαίως ωραία και ακαδημαϊκή. Και βεβαίως σπουδαία αφού δεν έχει οσμές και παλαβομάρα. Κι επιτρέπεται στους ποιητάς να παθαίνουν ήττα και αλκοολίκια φοβερά και τρομερά και να διηγούνται τες πουτανιάρικες σκηνές με πέπλα αραχνοΰφαντα κι αστεράκια στις ρόγες και στους σφιγκτήρες. Αυτό είναι όλο. Να παίρνονται τα όντα με ποιητικό τρόπο. Να αλυχτούν τα κορμάκια μεταφορικώς. Ότι ξεχειλίζει και αφρίζει και ζέχνει περιπαθώς να τρυπώνει εις τη θηλιά του στίχου. Τα πλούσια βυζιά εις τους καθρέφτες να ομοιάζουν με θηριώδη κύμβαλα. Τα αφρισμένα χείλη με νυχτόβια. Οι εκσπερματώσεις με δρολάπια. Λέξεις που συγκαλύπτουν άλλες λέξεις. Εξάψεις, καύλες, ηδονές θαμμένες κάτω από μεταφορές, παρομοιώσεις, συνειρμούς, σαν φίδια αγκαλιασμένα. Κρύβοντας το αγοραίον πάθος, το λαχάνιασμα. Να μη φανεί μέσα στο ποίημα ο βορβοσηραγγώδης μυς, το μεγαλείο του. Να μη φανεί το χύσιμο στα μούτρα, η διεγερμένη αίσθησις, το σώμα στο αρχαίο χαλί να εκλιπαρεί. Να μη φανούν τα σχέδια των Πτολεμαίων, το πρωινό γαμήσι. Να λειανθεί ο σπασμός στο άσπρο φως των σεντονιών. Να γίνει αποπεράτωση μιζέριας για το άπληστο νοικοκυριό. Ανθολογώντας φρύγανα, πέτσες χωρίς το κρέας τους, οστά χωρίς μεδούλι. Το φλέγον ζήτημα η στύσις των εσχάτων. Να μην καυλώνει το λαό η ποίηση, αλλά το πλαστικό, ο κορεσμός, η Παναγία, τα έγγραφα. Ως εκ τούτου οι υποχθόνιοι εμείς, θα μπαινοβγαίνουμε απ’ τις πορτούλες κι απ’ τις τρύπες μας, απ’ τις πελώριες καμινάδες μας. Από τον υψικάμινο φαλλό που έχτισαν οι μπολσεβίκοι ποιητές κάνοντας οίστρο της ζωής το φόβο του θανάτου.         

Περί γραφής

perigrafis

Η γραφή μου τρεμοπαίζει
σαν κορμάκι. Σαν φλόγα.
Είμαι ολοζώντανος και
διεκδικώ πνοή. Διεκδικώ
μέλλον. Μέχρι τα πέρατα
της οικουμένης. Μέχρι των
σπλάχνων της τα έντερα.
Μέχρι τη ρουφήχτρα ερωμένη.
Όλο χείλη λαγωνικά. Χείλη
βεντούζες. Μέχρι τ’ ανοιχτά
της σκέλη. Μέχρι του Σατανά
τον καταπιόνα. Μέχρι το λάρυγγα
και τα εντόσθια. Μέχρις ηθικού
κλονισμού και δε συμμαζεύεται.
Μέχρι πάνω και μέχρι κάτω.
Μέχρι πέρα και μέχρι δώθε.
Το φως του κόσμου εγώ ειμί.
Ο ίλιγγος. Των σχισμών
ο ολόλαμπρος ήλιος. Η κλειτορίς.
Μιαν έρημος από λωτούς. Χνουδάκι
όλο χρησμούς. Αιδοίον λοφίον.
Εγώ σαλεύω φθορά και φως.
Περ’ απ’ το τέλος και πέρα απ’ την
αρχή. Εσύ που ανοιγοκλείνεις
πάθος είμαι εγώ. Εσύ εγκέφαλε
εσύ μυαλό. Εσύ σπέρμα που στέλνω
στο θεό και στα δόντια της. Εσύ
φλέβα που βαράς σφυριές.
Εσύ πλεκτάνη και σπιτίσιο μουνί.
Έξω τριζόνια που υπόσχονται πολλά.
Μέσα υγρά και αχ και βαχ εκ της
ιδίας της κυράς. Στόμα ανοιχτό
μονορούφι. Στόμα στοά. Ω! διάγω βίο
ποιητού, διάγω τρίχες του εφηβαίου.

Η Τρέλα και ο Χάρος

xoxo

Κάποτε η Τρέλα αποφάσισε να νικήσει
το Χάρο. Κι ο Χάρος κουφάθηκε και
τυφλώθηκε κι έγινε σκληρόκαρδος
και σακάτης δίνοντας ηλεκτρικά φιλιά
στους νεκρούς. Κι άρχισε να κάνει
κουμπαριές. Να μεταμορφώνεται
σε μαδημένο κόκορα. Σε γυμνή
όμορφη γαλανομάτα. Έλεγε τη μοίρα
στους ζωντανούς. Ζητιάνευε και
ψηλαφούσε παλάμες. Έγλειφε κόκκαλα
κι ανοιχτές πληγές. Τρύπωνε στα
μυθιστορήματα δίνοντας περιπαθώς φιλιά.
Έγραφε βιβλία ζοφερά κι έπινε κόκκινο
κρασί. Ζητούσε να τον βαφτίσουν και
να τον παντρέψουν. Τρύπωνε στα
ευαγγέλια και στις μήτρες. Στα νοσοκομεία
και στους αγρούς. Κι η Τρέλα με τη
λιονταρίσια της χαίτη άγρια τού τρυπούσε
το κορμί με βελόνες και καρφίτσες
τον παλούκωνε με λοστούς τού μαδούσε
τις μασχάλες. Μα ο Χάρος έπαιρνε όλο
και πιο πολλούς. Κι έγινε μια ιστορία
δίχως τέλος στα παιδικά μας βιβλία.
Το φάντασμα στα χνώτα της αναπνοής.
Υπομονετικός πίσω απ’ τους καθρέφτες.
Αυτοκράτορας. Λεγεωνάριος. Ο τρυφερός
σερβιτόρος των σαρκίων. Ο σιτιστής της
αβύσσου. Ο αγαπητικός των απελπισμένων
και των τρυφερών κοριτσιών. Ο παραλήπτης
επιστολών. Ο λεοντόκαρδος. Ο ανθολόγος.
Ο διανοούμενος. Ο τραγουδισμένος απ’ τις
Αρχές απ’ την αστυνομία και το κράτος.
Ο εραστής της λασπουριάς της ομίχλης
και της μαύρης γης. Ο βυρσοδέψης των
αιδοίων. Ο θυροκολλητής επαίνων μιας
ζωής που σπαταλήθηκε στο φόβο
του θανάτου.