Αντί στεφάνου

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

loyloy

Έβγαζε νερό με τον κουβά απ’ το πηγάδι
μια κοπέλα όμορφη μια κοπέλα γάργαρη
το σούρουπο και το ωραίο βραδάκι και
γύρω χάος μαύρος κάμπος κοιμητήρια
υπέροχα λευκά ολούθε γύρω ερωτική
σιωπή εγώ κι αυτή ανάλαφρα πατούσαμε
μας πάντρεψε ο παντοκράτωρ οργασμός
και μας επήγε στη ζωή και στους πολέμους
μας έβαλε στους λόφους να δακρύζουμε
μαύρες μύγες και φεγγάρια στην επαρχία
ιερές αγελάδες στις πόλεις στις επάλξεις
αντρόγυνα το Πάσχα με τη μπίρα και το
ψητό και τον πλαστικό Μάη στην πόρτα
καρφωμένο στου σπιτιού το μέτωπο μια
φοβερή τρύπα προς την ελευθερία το στόμα
της Άνοιξης και το ρουθούνι της ζωής να
καταπίνει τα συρτάρια και τα πιάτα μας
βιβλία κατσαρόλες και κοσμήματα επιστολές
καρέκλες έγγραφα τραπέζια και γραφεία
να καταπίνει τους μπαξέδες τα εργοτάξια
τους διπλωμάτες και τους σεβάσμιους γέρους
τα ποιήματα για την Άνοιξη που γράφτηκαν
το χειμώνα ν’ αφήνει πίσω τους τουρίστες
στο Σύνταγμα και τον πολιτισμό που έκανε
έκτρωση τον έρωτα ν’ αφήνει τα πλαστικά
και τις συνταγές Ελληνοσύρων μάγων την
αντικουλτούρα εργαστηρίων της κυπ και το
διευθυντή εφημερίδων και το χασάπη της
γειτονιάς και το δούρειο ίππο και τις βιομηχανίες
και το Σεφέρη στο Κάιρο. θα δραπετεύσουμε
θα φύγουμε η αγαπημένη μου κι εγώ απ’ την
τρύπα της Άνοιξης και την τρύπα της ζωής
απ’ το βραχιόλι κι απ’ το περιδέραιο κι απ’ το
κολιέ απ’ το μηδέν κι απ’ την τρύπα του τοίχου
θα σβήσουμε σχεδόν ερωτικά στο πρωινό κρεβάτι
αγναντεύοντας τη θάλασσα τα βουνά και τ’ αστέρια.