Ορμήνιες προς επίδοξο εραστή

35. Shots from Peep Show 1972 by Sir Eduardo Paolozzi 1924-2005

Να δώσεις πνοή ελευθερίας
στο σκλαβοπάζαρο της
μεγαλούπολης. Να δώσεις
εκατό άλογα για μια αγκαλιά.
Να δώσεις εκατό αγκαλιές
για ένα άλογο. Να σταθείς
ρίχνοντας δεκάρες, κάνοντας
ευχές στις λιμνούλες. Να
προσφέρεις στα στήθια της
την αγάπη. Να προσφέρεις
λουκούμι στον έρωτα και
στην αγάπη τη γλώσσα σου.
Να συσπειρώσεις τα εύφλεκτα
πάθη. Τις σεσημασμένες
Δορκάδες της υγρασίας.
Ν’ ανοίξεις το πορτάκι απ’ το
κλουβί της ομορφιάς να
κελαηδήσουν πάλι
οι ροδοδάχτυλες σχισμές.

Το πλήθος

to pli

Λάβαμε τα μέτρα μας
το πλήθος βούιζε ρουφούσε
πρωινό καφέ τυρόπιτα
ειδήσεις από τρανζίστορ
με μπαταρίες το πλήθος
περίμενε το Σάββατο την
Κυριακή την αποκαθήλωση
του κορμιού του αποδείξεις
χειροπιαστές για τους κακούς
τους πολιτευτές τη μυθοπλασία
να πάρει το αίμα του πίσω
αρνάκι ψητό άραγμα ποθούσε
αφράτο μπούτι και ζουμερό φιλί
το πλήθος ήθελε να χαλαρώσει
με ωραίες ατάκες κωμωδίας
ανέκδοτα πιπεράτα υγρά ήθελε
να χαϊδέψει έναν κώλο τρυφερά
ήθελε να τελειώσει τη φράση του
τον αμέριμνο βίο του με τους
γρίφους και τους δορυφόρους
με τις νέες και τις γριές και
τα ξερά χόρτα στο λόφο
που σουρουπώνει

Θερινό ηλιοστάσιο

θερινο

Θα σας χαρίσω ένα ποίημα κορίτσια
και θα σας πω μια ιστορία. Θα σας
κατεβάσω τη φούστα και θα σας
βγάλω το σουτιέν. Θα σας αφήσω
με το βρακί και τη σάρκα. Απάλιωτες
αρετουσάριστες στο οικοσύστημα
του έρωτα και στα ύφαλα του κρεβατιού.
Θα σας ξηλώσω τον πόθο και θα σας
χαρίσω ανεμώνες. Θα σας δαγκώσω
τα χείλη και θα σας διαβάσω ποιήματα.
Θα σας υγράνω με λόγια και λέξεις.
Στην κοιλιά σας θα ψήσω το ψωμάκι
για το χειμώνα. Εν μέσω καύσωνος
θα σας φορέσω κατάσαρκα την αγάπη.
Γυμνός σαν μανάβης που χαϊδεύει τα
φρούτα του. Σαν γραφειοκράτης που
ακονίζει τους ψυχρούς χαρτοκόπτες.

Ερωτικό πρελούδιο για την ΕΡΤ

erot

Ζω στην επαρχία. Στην αγαπημένη μου επαρχία. Δίπλα στους αγρούς και στους ελαιώνες. Κοντά στις ακρογιαλιές και στα φαράγγια. Αλλά και στα σκοτεινά καταγώγια της. Στα ερείπιά της. Στα φεγγάρια και στα χαλάζια της. Στις βροχούλες και στους σεισμούς της. Εδώ που στήθηκε κάποτε ο πολιτισμός. Οι χαρές και τα μοιρολόγια. Οι έρωτες και τα πένθη. Τα πανηγύρια και οι εμφύλιοι. Ζω στην επαρχία που εγκαταλείφτηκε απ’ τους κατοίκους της. Που ερήμωσε για να στήσει μια υδροκέφαλη κυψέλη, σχεδιασμένη από αμερικάνους τεχνοκράτες και ντόπιους τυχοδιώκτες. Ζω στην επαρχία που στις πλατείες της απίθωσαν τη νύχτα οι χίτες κομμένα κεφάλια σε σακιά. Ζω στην επαρχία που πέθαινε κόσμος από φυματίωση στις αποθήκες του Παπαστράτου, υπαγορεύοντας στους υποτελείς το μεταπολεμικό όραμα της ανάπτυξης. Ζω στην επαρχία που ξεγέννησε κινήματα, κουμουνιστές, αναρχικούς, ανυπάκουους. Ζω στην επαρχία που είναι σπαρμένη αρχαία θέατρα, κάστρα αλλά και βελόνες χασίσια εγκλήματα και τραγωδίες. Σ’  αυτή την επαρχία μπουσούλησα και σ’ αυτή την επαρχία γνώρισα τον κόσμο. Σ’ αυτή την επαρχία άκουσα απ’ το ραδιόφωνο τη φωνή του Καζαντζάκη και τη φωνή του Σικελιανού. Άκουσα και αγάπησα την όπερα και την κλασική μουσική. Άκουσα το Σκαλκώτα και το Γιάννη Χρήστου. Σ’ αυτή την επαρχία βρισκόμουν όταν είδα στην τηλεόραση τον αγαπημένο μου Παρατζάνοφ με τα φλογερά χρώματα και τα διψασμένα στόματα των ποιημάτων της χώρας του. Σ’ αυτή την επαρχία έφτανε το σήμα της κρατικής τηλεόρασης που ήταν για μένα το μέγιστο σχολείο και το σκουλήκι που με έτρωγε για να γνωρίσω τον αληθινό κόσμο. Αυτή η κρατική τηλεόραση που με χόρτασε κινηματογράφο, ελληνικό και παγκόσμιο, που με χόρτασε εικόνες και ιδέες όταν γυρνούσα απ’ την ξεραΐλα της εθνικιστικής παιδείας. Αυτή η κρατική τηλεόραση ήταν το παράθυρό μου στον κόσμο. Σ’ αυτή την κρατική τηλεόραση οι εκφωνητές δε φορούσαν μεταξωτά βρακιά και δεν είχαν επιδέξιους κώλους. Η κυρία Βαρδινογιάννη δεν έκανε κονσομασιόν μεγαλοψυχίας και η αξιοπρέπεια ήταν η κόκκινη γραμμή. Δεν υπήρχαν οι νεοφασιστικές διαφημίσεις του τζάμπο και οι κατουρόκαυλες των αστέρων. Σ’ αυτή την κρατική τηλεόραση οφείλω την αγάπη μου για τα εικαστικά, το σινεμά, τη λογοτεχνία. Από κει έμαθα για τους πολέμους, τα αντάρτικα και τις χούντες. Σ’  αυτή την κρατική τηλεόραση είδα τις πρώτες ερωτικές σκηνές. Γυρισμένες με όσο έρωτα έπρεπε να αποδώσουν τότε που τα σωματικά υγρά ήταν ακόμα ιερά και αμόλυντα και δεν υπήρχε η ξεπέτα και το ξεκόλιασμα ως ιδεολόγημα της εξουσίας. Απ’ αυτή την κρατική τηλεόραση πέρασαν και άπειρες γραφικότητες. Απ’ τις σκηνοθετικές μαγγανείες του Τάσου Μπιρσίμ και τις εθνικοσοσιαλιστικές συγκεντρώσεις με υπόκρουση τα κάρμινα μπουράνα και την πρώιμη Φαραντούρη μέχρι τα πολεμικά ανακοινωθέντα κάθε ελεγχόμενου κυβερνητικού δελτίου. Απ’  αυτή την κρατική τηλεόραση ξεπετάχτηκε και το κιτς και η κάκιστη αισθητική, αλλά και όλη η ανθρώπινη σκατίλα που επάνδρωσε την μετέπειτα ιδιωτική τηλεόραση. Μια σκατίλα που τελικά τη βρώμισε μέχρι το μεδούλι αφού την έβαλε να σκέφτεται με το κέρδος κι όχι με τον άνθρωπο. Αφού την επάνδρωσε με μάνατζερ κι όχι με καλλιτέχνες. Παρ’  όλα αυτά υπήρξε μέχρι σήμερα μια απ’  τις πιο ποιοτικές τηλεοράσεις της Ευρώπης. Η κρατική ορχήστρα της ΕΡΤ, το τρίτο πρόγραμμα, οι εκπομπές λόγου υπήρξαν ως μικρά πολιτιστικά διαμάντια. Αυτά τα διαμάντια ήρθε να σαρώσει και να ρίξει στο βόθρο της η ακροδεξιά. Η αισθητική του Σίμου όχι του υπαρξιστή αλλά της περσόνας που υπήρξε ως γλάστρα στα σόου της Κορομηλά. Της ακροδεξιάς ιντελιγκένσιας που εφαρμόζει τον πιο ακραίο και απάνθρωπο φιλελευθερισμό. Χτίζοντας ένα κόσμο ιδιωτών, ηλιθίων κατά τον ετυμολογικό απόηχο της λέξης, που μαντρωμένος στα ντουβάρια του και καθισμένος στην οικογενειακή του χέστρα θα ατενίζει το στρατό σωτηρίας της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Γήπεδο, αποχαύνωση, μαλακία. Εργασιακό μεσαίωνα πολιτισμό του προπό και ιδεολογία του κώλου. Μηδέν αντίσταση, μηδέν διεκδικήσεις. Αυτός είναι ο κόσμος τους και η αισθητική τους. Αδίστακτοι κοστολογώντας κάθε ζωτική ικμάδα. Λογαριάζοντας το μέλλον με χαρτονομίσματα. Δοξάζοντας τις κακοφωτισμένες εργατικές κατακόμβες της Κίνας, μαγειρεύοντας με τα παλιά φαρμάκια της θρησκείας και του εθνικισμού το νέο φοβερό μεσαίωνα. Διαφημίζοντας ανενδοίαστα τη νέα γενιά ως χαμένη γενιά, δείχνοντας κάθε φορά τα δόντια του φασιστικού τέρατος που φυλάει τα λεφτά τους. Αυτούς που μονάχα ένα ποτάμι ζωής μπορεί να τους ξεβράσει στη θάλασσα. Αυτούς που μας κόβουν το ρεύμα και την εικόνα. Αυτούς που φτύνουν την ομορφιά στο πρόσωπο και μας θέλουν σκλάβους πειθαρχημένους και χαζοχαρούμενους. Αυτούς που μας θέλουν χωρίς κρίση, έτοιμους να ψωνιστούμε με κάθε φιλελεύθερη αρλούμπα. Ζω στην επαρχία. Στην αγαπημένη μου επαρχία. Δεν πρόκειται να το σκάσω στο εξωτερικό. Δεν πρόκειται να βάλω την ουρά στα σκέλια. Γαμώ το χριστό σας.   

Βλάκες

βλακες

Οι βλάκες πιστεύουν πως έχουμε δημοκρατία. Πως θα τη βγάλουν καθαρή. Πως θα τη σκαπουλάρουν. Πως κάποιος διαπραγματεύεται σκληρά γι’ αυτούς. Οι βλάκες είναι εθισμένοι στο μαύρο. Στην απογοήτευση και στο εμπόριο ελπίδας. Στα υπουργικά συμβούλια. Στις ηγετικές ομάδες. Οι βλάκες λησμονούν. Οι βλάκες ερεθίζονται απ’ τους ηγέτες, τις πολιτικές φυσιογνωμίες, τους σοφούς. Οι βλάκες καταπίνουν αμάσητο το Στέλιο Ράμφο. Οι βλάκες πιστεύουν πως τα λεφτά τα φάγαν οι κακοί. Οι βλάκες γλείφουν τ’ αρχίδια του γραφειοκράτη, αισθάνονται συγκίνηση άγχος, τύψεις, δέος. Οι βλάκες πολλές φορές έχουν ένα αίσθημα βιασμού του εαυτού τους. Oι βλάκες αυτογαμιούνται. Οι βλάκες είναι διανοούμενοι, δάσκαλοι, κρατικοί υπάλληλοι, μορφονιοί ιδιώτες και δημιουργικοί εκμεταλλευτές. Οι βλάκες είναι γλείφτες, αμοραλιστές, φαντασιόπληκτοι της δεκάρας. Οι βλάκες είναι βρέφη προώρως γερασμένα που ταυτίζουν την περιφέρεια της γης με τον κώλο τους. Οι βλάκες πιστεύουν στην ελεύθερη αγορά, στον ανταγωνισμό, στην ιδιωτική πρωτοβουλία, στο άκοπο γαμήσι, στις αποικίες. Οι βλάκες αυτοελπίζουν και αυτοθαυμάζονται. Οι βλάκες νομίζουν πως θα πλουτίσουν. Οι βλάκες έχουν χεσμένους τους άλλους βλάκες που νομίζουν πως είναι τόσο βλάκες που τους αξίζει το χέσιμο και τίποτε άλλο. Οι βλάκες είναι ικανοί να ξεπατώσουν μια χώρα, ένα λαό, μιαν ήπειρο, ένα σύμπαν. Οι βλάκες έχουν τάσεις κανιβαλικές. Είναι οι περιούσιοι ψηφοφόροι κάθε αυταπάτης. Κάθε ψυχωτικού δράκου που φυλάει Θερμοπύλες πλούτου και χλιδής. Οι βλάκες δακρύζουν με σωβρακοφανέλες, επετείους και πατριωτισμούς. Οι βλάκες αφομοιώνονται. Γίνονται ήσυχα αρνάκια και παχιά βαριά γουρούνια που καταβροχθίζουν τα πάντα και πληθαίνουν αλματωδώς. Οι βλάκες αδημονούν να βγούμε στις αγορές, να πάρουν δάνειο, να γαμήσουν σε σουίτα. Οι βλάκες έχουν συναίσθημα λιγούρας, πανηγυρίζουν βουλιμικά με κάθε κωλοδάχτυλο της εξουσίας. Οι βλάκες πιστεύουν πως γεννήθηκαν για το οχτάωρο το δωδεκάωρο τη δουλειά. Οι βλάκες είναι τα υπολείμματα της φαλλοκρατίας και της φαυλοκρατίας. Είναι τα ορεκτικά του ρήτορα και του στρατηλάτη. Οι βλάκες παρερμηνεύουν και φθείρουν κατά το γούστο τους. Οι βλάκες ενοχλούνται απ’ τις ιδέες, τον πολιτισμό, τα ποιήματα. Οι βλάκες αγαπούν τον τσαμπουκά και τον πνευματικό τους. Θαυμάζουν το Μιχαλολιάκο και την Ανίτα Πάνια. Νοσταλγούν τον Παπαδόπουλο και τα χρηστά ήθη. Οι βλάκες είναι καταπλακωμένοι απ’ τα νοικοκυριά τους. Από αρμαθιές καταναγκασμών και δολιοτήτων. Οι βλάκες καυλώνουν με τη λέξη μεταρρύθμιση και τη λέξη εξυγίανση και τη λέξη ανάπτυξη. Οι βλάκες έπαιξαν στο χρηματιστήριο, οι βλάκες νόμισαν πως έπιασαν το θεό απ’ τ’ αρχίδια, πως η ολυμπιάδα, η αττική οδός, η ζεύξη ήτο δώρα των περιούσιων Ευρωπαίων. Οι βλάκες πίστεψαν πως πρόοδος είναι να πεταχτούν με τσάρτερ απ’ τη Γαστούνη στο Μιλάνο. Πως πρέπει να μπαζώσουν τους αγρούς γερμανικά καθρεφτάκια και να εισπράττουν απ’ τον ήλιο φράγκα πίνοντας φραπέ στο καφενείο. Οι βλάκες θεωρούν καινοτομία το ξεπούλημα του νερού, θεωρούν πράσινη ανάπτυξη τους ανεμιστήρες και εκπαίδευση τις καινοτομίες του μπάρμπα Σαμ. Οι βλάκες μας πετάνε σάλια, μας κουνάνε το δάχτυλο. Μας κλείνουν το ρεύμα, μας στερούν την ομορφιά. Οι βλάκες μας ψεκάζουν στις διαδηλώσεις, μας λογοκρίνουν, μας θάβουν, μας ξεζουμίζουν. Μας βρίζουν άχρηστους, τεμπέληδες, κουκουλοφόρους. Οι βλάκες είναι υπάνθρωποι, ξεθυμασμένες υπάρξεις των γραφείων και του καθήκοντος. Οι βλάκες είναι σαδιστές μονογαμικοί, απροσπέλαστοι. Οι βλάκες έχουν κάτω απ’ το μαξιλάρι τους το παρακράτος και τον παπά. Τη συναισθηματική βιαιότητα και τον ξελιγωμένο διδακτισμό. Οι βλάκες πιστεύουν στη δικαιοσύνη του σφαγέα και στα θαύματα. Οι βλάκες δεν χρειάζονται πολιτισμό αλλά εταιρίες. Δεν χρειάζονται θέατρο αλλά σκυλάδικο. Δε χρειάζονται επιστήμονες αλλά μάνατζερ. Δεν χρειάζονται κομμουνισμό, κοινότητες κοινοκτημοσύνη, ευχαρίστηση, έρωτα, τροφή, οξυγόνο, φύση, ομορφιά, αλλά πλαστικό, κλοφέν ,διοξείδιο, κέρδος, αναβολικά, Πρετεντέρη, Τσίμα, Παπαχελά, πούτσα, ανήφορο και παπούτσια στενά.

Κυρίως αυτό

kyrios

Οι άνθρωποι μας τραβολογούν,
μας βάζουν χαλινάρι, μας
θαυμάζουν, μας σκέφτονται,
μας κατακλέβουν, μας λυπούνται
και μας γδύνουν, μας ανακαλύπτουν
στην αμμουδιά, μας προορίζουν
για τα κυπαρίσσια, μας στέλνουν
μηνύματα, μας αγαπούν, μας
γράφουν σε μονοτονικό μονότονες
καλημέρες, μας αγαπούν κυρίως
και μας διαβάζουν συχνά, μας ποθούν
κάτω από ξένους ουρανούς, μας
ξεπατώνουν και μας ξεπατικώνουν,
μας ηλεκτρίζουν με φιλιά και μας
βασανίζουν με πένθη. Οι άνθρωποι
μας εξετάζουν και μας βαθμολογούν,
μας καταδικάζουν και μας αθωώνουν,
μας κατηγορούν για τις επιδράσεις μας
και μας κριτικάρουν τα γραπτά,
μας ζητάνε χρησμούς και ωραία λόγια.
Κι εμείς κάνουμε ότι μπορούμε
γι’ αυτούς. Γραπτώς, προφορικώς
και τηλεφωνικώς. Βάζουμε το χέρι
μας στη φωτιά, ψάχνουμε κάτω
απ’ τις φούστες, μέσα στις ψυχές,
γδυνόμαστε κατά θάνατον μεριά,
κατά Αχερουσία. Χοχλάζουμε
παθιασμένα φιλιά. Δίνουμε το κακό
παράδειγμα. Κυρίως αυτό.

Κοντραμπάσα πεσμένα στη μάχη

kontra

Θάνατος και ηδονή είναι τα μόνα ατομικά μας περιουσιακά στοιχεία. Δεν μεταβιβάζονται και δεν πουλιούνται. Καμιά ηθική τράπεζα ψυχών δε μπορεί να τα κατασχέσει και κανένας αυτοκράτορας δε μπορεί να τα λογαριάσει στο βασίλειό του. Ο καθένας μας έχει έναν ολόδικό του τρόπο ύπαρξης. Ένα επίπεδο όπου όλες οι επιθυμίες εκπληρώνονται κι όλοι οι πόνοι γίνονται νέκταρ. Όμως στην ηδονή και στο θάνατο η επιθυμία δεν έχει θέση. Είναι απείρως συμπυκνωμένες και απείρως εκρηκτικές καταστάσεις. Η αίσθηση του θανάτου των άλλων είναι τόσο έντονη που καταντάει συμπόνια για τον ίδιο μας τον εαυτό. Ο χρόνος δεν υφίσταται κι ο φόβος έχει μια γεύση αθανασίας. Ο θάνατος είναι η υπέρτατη ηδονή. Η λύτρωση απ’  την αρρώστια της ζωής. Μιας ζωής που υπήρξε έρμαιο των άλλων. Του πατέρα, του στρατηλάτη, του εργοδότη, του παπά. Μιας ζωή όπου ο νήπιος εαυτός μας οδηγήθηκε στις μάχες. Διάβασε, έμαθε, αποστήθισε, σκότωσε, ύψωσε λάβαρα και χαμογέλασε με συγκατάβαση όταν βρέθηκε στα χαντάκια, περνώντας δίπλα από τόσα θανατικά. Εκεί που έγινε οπαδός κάθε εκφυλισμένης παραφυάδας του θανάτου. Εκεί που εχάιδεψε μελισταλάχτους αποσπερίτες και σκορπίστηκε στην άκρα μεταφυσική. Εκεί όπου η φρίκη φανερώθηκε σε όλη της την έκταση και την πληρότητα. Εκεί όπου κάθε μύηση είχε σκοπό να μεταδώσει στην επόμενη γενιά έναν κώδικα, που θα της επέτρεπε να διαβάσει τη λέξη θάνατος χωρίς άρνηση. Οι θρησκείες πάτησαν πάνω στη σανίδα του θανάτου για να συμφιλιώσουν τις μάζες με τον όλεθρο. Με την αδικία. Με την εκμετάλλευση. Αφού η αδικία περιγράφεται στις γραφές ως φυσικό φαινόμενο αλλά και ως διαχειριστικό εργαλείο της θείας οικονομίας. Με μια μεταφυσική που σαν τη λέπρα πέρασε μέσα στα μυαλά και στο αίμα. Πέρασε μέσα στα ποιήματα και στις συναλλαγές. Έστησε πολυκατοικίες και φαβέλες. Δεισιδαιμονίες και πλαστικά πάθη. Παρέδωσε τη ζωή στον ηγεμόνα, στον κυρίαρχο, τον ειδικό. Ένας πολυμήχανος υστερικός μηχανισμός άνθισε. Πομπώδεις πληροφορίες από τίτλους εφημερίδων, έγχρωμες φλυαρίες της τηλεόρασης. Ο φόβοι που γίνονται άγχος και το άγχος που γίνεται έρπουσα φοβία. Σαν τους ποντικούς μέσα στη φάκα. Τρέμοντας από ευφορία, χωρίς να υποπτεύονται καθόλου την ανυπαρξία τους. Χωρίς να μπορούν να διαχειριστούν τη λεπταίσθητη κι ερπυστική συμβίωση της ηδονής και του θανάτου. Παραχωρώντας τη βουλιμία της ύπαρξης στον εξομολόγο και το διαφημιστή. Καρατομώντας τα μητρικά λουλούδια και τα βακχικά ένστιχτα. Στέλνοντας στους διορθωτές και στους ψυχολόγους κάθε πάλλουσα φύση και κάθε ανυπόμονη καρδιά. Πριμοδοτώντας την έσχατη αλαζονεία της ζωής. Το φόβο του θανάτου.