La bourse est la vie

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

eross

Οι ερωμένες μας νύσταξαν και
πήραν το βαπόρι του ύπνου.
Κοίταξαν τον εαυτό τους στον
καθρέφτη. Χάιδεψαν τα μαλλιά
τους και το κορμί τους.
Έλυσαν το γρίφο της ομορφιάς
και τρύπωσαν στο πηγάδι.
Έγραψαν το ποίημα τους
στο σκοτάδι. Έγραψαν
συνθήματα στους τοίχους.
Στο σώμα τους φύτρωσαν
λουλούδια δέντρα και φυτά.
Χοροπήδησαν μέσα στους
βάτους. Τα μαλλιά τους εγίναν
πλουμιστά αγκάθια και τα
χείλη τους φρέσκο χώμα.
Οι ερωμένες μας εγίναν
φοβεροί μπαξέδες και κάθονται
με ορθάνοιχτο το τριχωτό τους
στόμα, όπου μπαινοβγαίνουν
πεταλούδες και μικρά
έντομα της νύχτας.