Άνθη ευλαβείας

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

prox

Προχείρως μου δίνεις φιλιά και
κυματίζεις, στα έπιπλα του σπιτιού
και στα πορτρέτα. Με τον ωραίο
λαιμό και τα τρυφερά χείλη. Με
τη γύρη που σκορπάς μέσα στο
ποίημα. Με τις ολονυχτίες σου στα
θερμοκήπια του κάμπου μου.
Με τα ηλεκτρικά σου χείλη
εν μέσω θέρους. Εν μέσω τριφυλλιών
και φοβερής αντάρας. Εν μέσω
δαιμόνων στα Λευκά όρη και στα
Μαύρα μάτια. Στο λυκόφως της
μασχάλης και στου ύπνου την
ανυχτωσιά. Στη γεύση για ζωή και
στη γεύση για θάνατο. Προορισμένη
για κουμπαριές με τ’ αμαρτήματα
της Κασσιανής. Για γερά στομάχια
και για καινούργιες μάχες. Σε
πεζούλι της Ύδρας και σε αλώνι
των Σπετσών. Προχείρως με λατρεύεις
μηχανικά όπως οι σκύλες τα σκυλιά
κι όπως τα φεγγαράκια τους πλανήτες.
Κι όπως οι έφηβοι βαρούνε τις καμπάνες
του χωριού. Κι όπως κοντριούνται τα
κριάρια και ξαμώνουν στα χωράφια τους
οι διάβολοι. Κι όπως ευλογούνται
τα γένια κι όπως βλασταίνουν στα
χοροστάσια τα χορταράκια. Κι όπως
σφυρίζουν τα πλοία κι όπως σφυρίζουν
τα χείλη κοριτσιού στο ξαλάφρωμα.
Προχείρως με λατρεύεις σε νοικιασμένο
δωμάτιο στα Σπάτα. Θερινή κι
ορθάνοιχτη όλο παγίδες. Όλο υγρά.
Όλο λυγμούς. Όλο τουλίπες. Δεσποινίδα
αχόρταγη. Που με ρίχνεις στο πηγάδι
και στα ελληνικά του πόθου και στις
βάθρες του σπασμού. Και με καρφώνεις
στο γραφείο να σου γράψω. Για να
ερεθίσω τη δημόσια πείνα. Να το
παίξω πληγωμένος. Να δηλώσω
καυλωμένος. Ανήμπορος κι ανίερος.
Κι αμετάδοτος στους πολλούς.