Κοντραμπάσα πεσμένα στη μάχη

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

kontra

Θάνατος και ηδονή είναι τα μόνα ατομικά μας περιουσιακά στοιχεία. Δεν μεταβιβάζονται και δεν πουλιούνται. Καμιά ηθική τράπεζα ψυχών δε μπορεί να τα κατασχέσει και κανένας αυτοκράτορας δε μπορεί να τα λογαριάσει στο βασίλειό του. Ο καθένας μας έχει έναν ολόδικό του τρόπο ύπαρξης. Ένα επίπεδο όπου όλες οι επιθυμίες εκπληρώνονται κι όλοι οι πόνοι γίνονται νέκταρ. Όμως στην ηδονή και στο θάνατο η επιθυμία δεν έχει θέση. Είναι απείρως συμπυκνωμένες και απείρως εκρηκτικές καταστάσεις. Η αίσθηση του θανάτου των άλλων είναι τόσο έντονη που καταντάει συμπόνια για τον ίδιο μας τον εαυτό. Ο χρόνος δεν υφίσταται κι ο φόβος έχει μια γεύση αθανασίας. Ο θάνατος είναι η υπέρτατη ηδονή. Η λύτρωση απ’  την αρρώστια της ζωής. Μιας ζωής που υπήρξε έρμαιο των άλλων. Του πατέρα, του στρατηλάτη, του εργοδότη, του παπά. Μιας ζωή όπου ο νήπιος εαυτός μας οδηγήθηκε στις μάχες. Διάβασε, έμαθε, αποστήθισε, σκότωσε, ύψωσε λάβαρα και χαμογέλασε με συγκατάβαση όταν βρέθηκε στα χαντάκια, περνώντας δίπλα από τόσα θανατικά. Εκεί που έγινε οπαδός κάθε εκφυλισμένης παραφυάδας του θανάτου. Εκεί που εχάιδεψε μελισταλάχτους αποσπερίτες και σκορπίστηκε στην άκρα μεταφυσική. Εκεί όπου η φρίκη φανερώθηκε σε όλη της την έκταση και την πληρότητα. Εκεί όπου κάθε μύηση είχε σκοπό να μεταδώσει στην επόμενη γενιά έναν κώδικα, που θα της επέτρεπε να διαβάσει τη λέξη θάνατος χωρίς άρνηση. Οι θρησκείες πάτησαν πάνω στη σανίδα του θανάτου για να συμφιλιώσουν τις μάζες με τον όλεθρο. Με την αδικία. Με την εκμετάλλευση. Αφού η αδικία περιγράφεται στις γραφές ως φυσικό φαινόμενο αλλά και ως διαχειριστικό εργαλείο της θείας οικονομίας. Με μια μεταφυσική που σαν τη λέπρα πέρασε μέσα στα μυαλά και στο αίμα. Πέρασε μέσα στα ποιήματα και στις συναλλαγές. Έστησε πολυκατοικίες και φαβέλες. Δεισιδαιμονίες και πλαστικά πάθη. Παρέδωσε τη ζωή στον ηγεμόνα, στον κυρίαρχο, τον ειδικό. Ένας πολυμήχανος υστερικός μηχανισμός άνθισε. Πομπώδεις πληροφορίες από τίτλους εφημερίδων, έγχρωμες φλυαρίες της τηλεόρασης. Ο φόβοι που γίνονται άγχος και το άγχος που γίνεται έρπουσα φοβία. Σαν τους ποντικούς μέσα στη φάκα. Τρέμοντας από ευφορία, χωρίς να υποπτεύονται καθόλου την ανυπαρξία τους. Χωρίς να μπορούν να διαχειριστούν τη λεπταίσθητη κι ερπυστική συμβίωση της ηδονής και του θανάτου. Παραχωρώντας τη βουλιμία της ύπαρξης στον εξομολόγο και το διαφημιστή. Καρατομώντας τα μητρικά λουλούδια και τα βακχικά ένστιχτα. Στέλνοντας στους διορθωτές και στους ψυχολόγους κάθε πάλλουσα φύση και κάθε ανυπόμονη καρδιά. Πριμοδοτώντας την έσχατη αλαζονεία της ζωής. Το φόβο του θανάτου.