Ασέλγειες

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

aselgies

Διαβάζω τη μακάβρια είδηση της αεροπορικής τραγωδίας στις Άνδεις το 1972. Τη χρονιά που γεννήθηκα. Οι ανθρωποφάγοι επιζώντες δήλωσαν τότε πως: Όταν τελείωσαν τα τρόφιμα σκεφτήκαμε τον Ιησού χριστό και τον τρόπο με τον οποίο μοίρασε το σώμα και το αίμα του στους αποστόλους. Ύστερα αντιληφθήκαμε ότι έπρεπε να κάνουμε το ίδιο. Να λάβουμε το σώμα και το αίμα που υπήρχε στα σώματα των συντρόφων μας, πράγμα που αποτελεί μια μετάληψη. Αυτό μας βοήθησε να επιβιώσουμε. Ο επιζών Νάντο Παρράδο δηλώνει σήμερα, πως μπορούμε με παρόμοιο τρόπο να ξεπεράσουμε την κρίση.

Σκέφτομαι πολλές φορές τους συζύγους των κανιβάλων. Να νιώθουν πως πλαγιάζουν δίπλα σε τέρατα. Να χαϊδεύουν τους ανθρωποφάγους, να τους μαγειρεύουν, να τους κάνουν έρωτα. Κι ίσως να φοβούνται πως κάποτε θα τους καταβροχθίσουν. Όπως οι αναγνώστες που πλαγιάζουν με τα βιβλία των αγαπημένων τους ποιητών. Αυτούς που κάποτε κανιβαλίσαν ακρίτως.

Προσπαθώ να ευθυγραμμίσω την παρόρμηση και την πράξη. Να κάνω αυτά τα δυο μεγέθη να συμπέσουν. Να γίνω ο άνθρωπος των μικρών acting-out. Να βραχυκυκλώσω τους πόλους. Να πετάξουν τα συρματάκια σπινθήρα. Να γίνει η ολέθρια διασύνδεση των ενεργειών. Των αιτίων και των αιτιατών τους. Είμαι ένας εργάτης της ηλεκτρονικής εποχής. Ένα τεμπελόσκυλο στο βάθος της τάξης. Στο τελευταίο θρανίο. Παρότι βρίσκομαι στον πίνακα και διδάσκω τον απειροστικό λογισμό. Η μηχανή, η τάξη θορυβεί μπροστά μου, αλλά χωρίς εμένα. Για ένα συντομότατο χρονικό διάστημα εξασφαλίζω μια κόχη τεμπελιάς. Γλιστρώ ανάμεσα στα δυο σκέλη της επιλογής. Διαλέγω πεισματικά να μη διαλέξω. Επιλέγω την παρέκκλιση. Συνεχίζω.

Βγαίνω έξω στη νύχτα κι ανάβω τσιγάρο. Φυσάει δυνατά κι ο καπνός με μπουκώνει. Σκέφτομαι πως πρέπει να γίνω υπερασπιστής της τελευταίας ελπίδας της ανθρωπότητας. Και ξαναγυρνώ στα γραπτά μου. Αλλά ως πότε; Αφού ότι γράφεται σβήνεται. Κι οι άνθρωποι υποβαθμίζονται σε κάτι, ανάγονται σε κάτι, εκφυλίζονται. Κι η παρακμή τούς κρατά στη ζωή.

Είμαστε ριγμένοι μέσα σ’ ένα ωφελιμιστικό περιβάλλον. Μεταποιούμαστε και σπρωχνόμαστε σε κάτι μη ανθρώπινο, απάνθρωπο, σε κάτι που μας καθιστά αντικείμενα υπολογισμού, αναλώσιμους, ποσότητες φθαρτής ύλης. Ετυμολογώ τη γαλλική λέξη Bocard που σημαίνει οίκος κοινών γυναικών. Από τη λέξη bouc δηλαδή τράγος, ζώο που συμβολίζει την ασέλγεια.

ass2σχέδια: Sergio Mora