Γλυκόλογα για μολότοφ

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

molotov

ΓΛΥΚΟΛΟΓΑ ΓΙΑ ΜΟΛΟΤΟΦ

Η εξέγερση είναι δυναμωτικό
διεγερτικό
τονωτικό
ο Γκόγια ζωγράφισε την εξέγερση
κουφάρια και σαρκοβόρους πετεινούς
κι ήταν σα σκύλος που καθόταν στην άκρη της στέρνας
και οι βολβοί των ματιών του
φύτρωναν στο χώμα
κι ο Πικάσσο με τους ακροβάτες του
καταβρόχθιζε την Αμερική
βίοι αγίων σε πεινασμένα σκυλιά
Αλβανοί στα γκέτο και τις σκαλωσιές
με άυπνο βλέμμα ποντικίσιο
σαν του φτασμένου ποιητή
παιδιά αθόρυβα ασήμαντα
με το σταρένιο της νεότητας ψωμί
βεγγαλικά και μέλι
να μοσχοβολάν μολότοφ
που λιώνει υπέροχα πάνω στου δρόμου την κοιλιά
κι ο ήλιος στη διαπασών αφροδισιακό
με τις αχτίνες να βαρά τα πλήκτρα δυνατά
είναι μέρα ιερής γιορτής η εξέγερση
τα πλοκάμια τρελαμένων στους δρόμους
σημαδεύει το θανατηφόρο μας εγώ
είναι σπασμένες τράπεζες κι αηδόνια
που καταπίνουν σκυλιά
χείμαρροι που ξεσπούν στα χωράφια
δεν γονατίζουν σημαδεύουν ισόβια
του ετοιμοθάνατου κόσμου τα κλομπ
τους λοβούς του Αρχάγγελου
και τα στήθη της νύχτας

ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ

ανίκατε μάχαν ο έρως
κι ας κατουράνε μπύρα οι χωροφύλακες
ας ξεψειρίζουν αρκούδες οι φονιάδες
εδώ βουίζουν περίστροφα
εδώ αρραβωνιάζεται ο θάνατος
την αναμμένη δάδα
εδώ ο έρωτας δηλητήριο και γιατρικό

ΚΑΘΩΣ ΒΑΡΑΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ ΤΟΥ

καθώς βαράει ο ήλιος το ταμπούρλο του
κι έρχεται στα ρουθούνια μου
μια μυρουδιά από τσιγαρισμένο λίπος
και περπατώ δίπλα σε γυναίκες τρυφερές κι απελπισμένες
που κανείς δεν τις αγκάλιασε βαθιά μέσα στη νύχτα
που κανείς δε φίλησε το κόκκινο κογχύλι τους
τ’ αστραφτερό τους δέρμα
και περπατώ σα ματιασμένος σκύλος στα χαλάσματα
πάνω στο άστρο που γυρνά σαν το φτερό του παγωνιού
και περπατώ αιώνες τώρα με τα διαβολικά μου φρύδια
με το αγγελικό μου πρόσωπο με τις δαγκάνες μου
με την τραγιάσκα μου και με τ’ αστροπελέκι μου
άθεος και τρομοκράτης με τη μυρουδιά της πέστροφας
με το χνώτο του πιθήκου και τη ζέστα των κανονιών
που φυτεύουν οβίδες μέσα στα όνειρα των πεινασμένων
που φυτεύουν τριαντάφυλλα στις κωλοτρυπίδες των ιερωμένων
που φυτεύουν σπόρους από κάρβουνο στον παγωμένο αέρα
κι όλοι οι σπασμένοι καθρέφτες σαλεύουν
μέσα στο γέλιο του σκοτωμένου
και περπατώ με την παιδική καρδιά του δολοφόνου
και χαϊδεύω με τα ματωμένα χέρια μου την πληγή
χαϊδεύω το πρωινό που έρχεται
απ’ τις χώρες του κάτω κόσμου

ΤΙ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΡΑ!

Τι όμορφη μέρα! τι ζεστό πρωινό
σαν τα στήθη μιας κοκκινομάλλας νοσοκόμας
με το σπαρταριστό κορμί κρυμμένο
με το άσπρο φλούδι του λουλουδιού
με το σημάδι στο λαιμό
με τις δαγκωματιές
με τις παλίρροιες στα μακριά μαλλιά
και τα ρέματα που τραβιούνται στη θάλασσα
Τι όμορφη μέρα! τι ζεστό πρωινό
σαν ταύρος που αντάμωσε με τις μέλλουσες γενιές
σα θεός που έγινε γάιδαρος για να τον καβαλήσουνε
τα καυλωμένα χωριατόπαιδα
σαν κρασί χυμένο σε στιφάδο με τη διαβολικιά
θεσπέσια γεύση
σα γυναίκα όμορφη χοντρή που ρίχνει τη σκιά της
που ρίχνει τουφεκιά
που κατουράει σα γάτα τις πέτρες του Σεφέρη
που γουργουρίζει ευτυχισμένη
όταν τη χορταίνει πούτσο ο εραστής της
που γουργουρίζει ευτυχισμένη
όταν καταπίνει του αγαπημένου της το σπέρμα
Τι όμορφη μέρα! τι ζεστό πρωινό
σα διάβολος ζουλάπι που τρυπώνει στα μυαλά
ζουλάπι που χιμά μέσα στο ανθρώπινο κοπάδι
με το αστρικό του γέλιο
με την κραυγή από αιωνιότητα
Τι όμορφη μέρα σα γουρούνα
που ξεγεννά στριγκλίζοντας το μέλλον
που ξεγεννά τα νέα σφαχτά μέσα στο αίμα.

Ο ΗΛΙΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΩ

εγώ που ξέρω πως μοσχοβολά η επανάσταση
μέσ’ τα ρουθούνια των μοσχαριών
σας λέω πως ο ήλιος των συντρόφων μου
είναι ο ήλιος που αγαπώ.

ΟΙ ΤΡΕΛΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

οι τρελοί δεν έχουν ανάγκη τα παραμύθια
οι γλώσσες τους τσακίζουν σαν τσεκούρια
με τα δόντια τους ροκανάνε τη μέρα σα μαμούθ
παίζουν κρυφτό
παίζουν κουτσό
παίζουνε το φονιά
παίζουνε με τον ήλιο
και κατουράν τους τάφους των ηρώων
κι ανθίζουνε ξυπόλητοι κρύβοντας μεσ’ τις λέξεις τους
τα χνώτα του θεού
κι είναι μέσα στον κόσμο η απουσία του κόσμου
κι είναι η μύξα στο μανίκι της θρησκείας
δε λέν αντίο ποτέ γιατί ποτέ δε φεύγουνε
είναι διαβόλοι που φυτεύουν άγριους σπόρους
είναι το πυρωμένο μάτι της κουζίνας που ξεχάστηκε
το σαλεμένο μάτι του θεού που είναι ένας τράγος καυλωμένος
χωρίς ελπίδες
χιμώντας σα θηρίο πάνω σε όλες τις χαρές
οι τρελοί πάνω σ’ αυτό το άστρο της γης
δεν έχουν ανάγκη τα παραμύθια.

ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΓΡΑΦΟΥΝΕ ΦΛΥΑΡΕΣ ΩΔΕΣ

είναι η εποχή που οι ποιητές γράφουνε φλύαρες ωδές
ξεψειρίζοντας της άρχουσας τάξης το μουνί
είναι η εποχή που το παίζουνε καλοί
ποζάροντας με Πλάτωνα και μεταφυσική
κρατώντας το ρυθμό πάνω στα τούμπανα
γράφοντας ποιηματάκια για ψιψίνες και γατάκια
την τεμπελιά εξασφαλίζοντας γι’ αυτούς έχοντας δούλους
το παίζουνε καλά παιδιά υμνολογώντας τη δουλειά
κι ανθολογίες κάνουνε ζαρώνοντας τα φρύδια
και για τον πόνο του ανθρώπου νοιάζονται πολύ
μα μέσα στα ποιήματα δεν αναφέρουν πουθενά τον εκμεταλλευτή
το παίζουν θυμωμένοι τάχατες πολύ
γιατί δεν γράψανε γι’ αυτούς στο Βήμα κριτική
σαν μουτρωμένα μένουν κοριτσάκια
μέχρι να’ ρθεί με το φτερό της η κυρία Κατεστημένου
να τους χαϊδέψει το μιμί μ’ ένα βραβείο
μια χορηγία εις την αλλοδαπή όπου θα γράψουνε ποιήματα
σπουδαία εκεί
για το τι φάγανε το βράδυ τι το πρωί
για το αν γαμήσαν την ποιήτρια Λιλή
για το αν τραβήξαν μαλακία το πρωί
καθώς ξυπνήσαν από λήθαργο βαθύ

ΤΟ ΜΥΡΜΗΓΚΙ

κουβαλάει το μυρμήγκι μέσ’ την τρύπα του
ψίχουλα θεόρατα απ’ την αγορά των σκλάβων
τα αφεντικά κι οι πονηροί παπάδες
το βάφτισαν εργατικό μα είναι τεμπελάκος
ότι θα κλέψει είν’ γι’ αυτό τα λάφυρά του
και το τσουκάλι του δε μένει αδειανό ποτέ
γιατί γεμάτα σπόρους είναι τα χωράφια
και περπατά εδώ κάτω απ’ τον ήλιο
και περπατά στις αμμουδιές
επάνω στα ζεματιστά κορμιά
γλείφοντας την αλμύρα απ’ τα βυζιά
να νοστιμίσει αργότερα τα πλούσια φαγιά
και περπατά και χάνεται
βαθιά μέσα στη νύχτα
και τραγουδά μονάχο του
μέχρι να’ ρθεί να το συντρίψει
η αρβύλα ενός μαλάκα.

ΕΒΙΒΑ

εβίβα άξιοι δολοφόνοι
εβίβα φασίστες του ντουνιά
εβίβα εφοπλιστές βιομήχανοι ρουφιάνοι
σεις που πλουτίζετε σκοτώνοντας παιδιά
εβίβα τεχνοκράτες υπουργοί
καθάρματα ακαδημαϊκοί
χορτάτοι νταβατζήδες
στο καπιταλιστικό παχνί
εβίβα εσύ μικροαστέ
πρεζάκια καταναλωτή
που κάθεσαι μαστουρωμένος
μπροστά απ’ την τιβί
δουλεύοντας όλη τη μέρα σα σκυλί
διαβάζοντας τ’ αθλητικά
βλέποντας ματς την Κυριακή
εβίβα εσύ αγρότη μερακλή
που έσφαξες τον κόκορα
και στην πρωτεύουσα έτρεξες
κι αγόρασες κελί.

ΕΙΝ’ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΙΑ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ

είν’ τα ποιήματα μια χειρονομία
σαν να σηκώνεις λίγο τον πέπλο απ’ τα μυστήρια
όταν η πλήξη γίνεται λεηλασία
και πρέπει να ξαναβρούμε τη γύμνια μας
όπως ο εργάτης που σπάει τις αλυσίδες του
και ρίχνεται στη θάλασσα ντάλα μεσημέρι.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ Β.Μ

Έχασα τους καλλίτερους φίλους μου
Τον Οκτώβρη του 17
Την ώρα που άστραψαν όλα τα δρεπάνια
Αποκεφαλίζοντας τα πορφυρά στάχυα της Σιβηρίας
Και μοσχοβόλησε ο αέρας πιστόλια και μαχαίρια
Κι ακουστήκανε οι ένδοξες τρουμπέτες
Κι ακούστηκε το αίμα να κυλά
Σαν λύκος μες’ τη νύχτα
Κι άρχισαν να ξεπηδούν απ’ την καινούργια μήτρα
Ο άνεμος κι η θύελλα
Γλείφοντας του κόσμου το κορμί
Αφήνοντας της ηδονής τα χνάρια πάνω του
Σπέρνοντας της εξέγερσης το πάθος
Ίδιο με το αγκάλιασμα του δρεπανιού
Ίδιο με του σφυριού τη δύναμη
Εκείνη την τραχιά κι ωραία στιγμή της πράξης.
Φεύγω λοιπόν κι εγώ όπως μου πρέπει
Νέος ακόμα στο κορμί
Με του τελευταίου μου έρωτα το δέρμα
Σαν κάποιος που έκανε το χρέος του
Φεύγω και
Χαιρετίζω τις γυναίκες
που μέλλονται να γεννηθούν
για να στοιχειώσουνε
τον ύπνο των αρσενικών.
Χαιρετίζω τις τρομοκρατικές οργανώσεις
του μέλλοντος
την κατάργηση των τάξεων, των θρησκειών,
των στρατών, των σωμάτων ασφαλείας.
Χαιρετίζω το θάνατο των εθνών.
Ω! θάψτε με
με τη γλώσσα έξω απ’ το χώμα.

ΑΧ!

Αχ! οι άνθρωποι
πράγματα αγοράζουν και ξεχνούν.
Καταναλώνουν τα σκουπίδια που παράγουν και ξεχνούν.
Ξεχνούν το σώμα του ήλιου
που σφηνώνει ανάμεσα στων δέντρων τα κλαδιά.
Ξεχνούν το πέπλο της ομίχλης
που ο άνεμος σπρώχνει απαλά
στη φωτεινή πεδιάδα.
Ξεχνούν οι άνθρωποι
τα πουλιά του πρωινού
που κελαηδούν αιώνες τώρα
κρατώντας τον αρχαίο ρυθμό.
Αχ! η ματαιοδοξία πράγματα άχρηστα
τους κάνει να αγοράζουν
πετώντας τα μέσα στο στόμα του κενού
που τους ακολουθεί,
ταΐζοντας το αχόρταγο θηρίο.
Το αβυσσαλέο στομάχι του καιρού.
Αχ! πως ξεχνούν οι άνθρωποι
τα ένδοξα γαμήσια που τους φέραν στη ζωή.
Αχ! πως ξεχνούν οι άνθρωποι
τα ένδοξα γαμήσια που τους κρατάνε στη ζωή.
Ω! έρωτα σκληρέ, τραχύ, αλλά με γεύση εξαίσια
εσύ ότι έχουμε για την αιώνια πείνα μας.

ΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΔΙΨΑ ΚΟΥΒΑΛΩ

Την άγρια δίψα κουβαλώ
για τα βιβλία που δε γράφτηκαν
την άγρια καύλα
για τα κορμιά που δεν έζησαν
και κάθε τόσο κατεβαίνω στην κόλαση
μαγαρίζω το στόμα μου
με κατάρες και όρκους
γιατί η εποχή αυτή με ταράζει
με την αβρότητα του διανοητή
που την κουκούλα θέλει
να τραβήξει απ’ το παιδί
κι αντί μπροστά
απ’ τα τουφέκια αυτός να βγει ο δυνατός
αγωνιστής κι έντιμος πατριώτης
για να φυλάξει το παιδί
την αστική φυλλάδα υπηρετεί
που ένα ξεροκόμματο του δίνει για φαΐ
γνωρίζοντας καλά πως οι αστοί
τον έχουνε για εμπροσθοφυλακή.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΜΑΣ

Ο πόλεμος έφτασε στα σπίτια μας
φύτρωσε στη γλάστρα μας
ο πόλεμος είναι στο δρόμο μας
στο κρεβάτι μας και το καθιστικό μας
είναι στο παιχνίδι των παιδιών
στο μελάνι των ποιητών
που περιμένουνε τις μάχες
για να γράψουνε τους στίχους
ο πόλεμος μαύρος κότσυφας
του πατέρα μου η μελαγχολία στο βουνό
όπου μια τουφεκιά κάθε βράδυ περίμενε
τα τσακάλια να διώξει, όπου περίμενε
να τελειώσει ο πόλεμος στο σχολείο του
να πάει να διαβάσει τ’ αδιάβαστα βιβλία ξανά
να ξεχάσει τη μήτρα του ζώου που
γεννούσε το θάνατο τα κουφάρια τα μαύρα
που αχνίζαν στον ήλιο που διψασμένες
τα βοσκούσανε σφήκες που περίμενε να στεγνώσει
το αίμα να ζυμώσει ψωμί για το μέλλον

ΜΗ ΒΑΖΕΤΕ ΠΟΤΕ ΤΕΛΕΙΑ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

μη βάζετε ποτέ τελεία στα ποιήματα
να μοιάζουν με καπνισμένες κάνες
να μοιάζουν με βόμβες σε προξενεία
θεόπνευστοι έρωτες να τα ευλογούν
ο αφαλός τους να λάμπει σαν το πρώτο βιολί
να το λαχταράνε οι μύγες στα σφαγεία
να μαρσάρει σα γιαμάχα ο στίχος
σε όλες τις μαύρες γειτονιές του κόσμου
μη βάζετε ποτέ τελεία στις συγκινήσεις
κι ας μη νοιάζεται κανείς στη μαραμένη χώρα για ποιήματα

-Δεκέμβρης 2008