Συζυγική ευδία

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

baby

Ήμουν πολύ κουρασμένος. Σχεδόν αδύναμος. Τράβηξα την πιτζάμα ψηλά και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Μόλις και μετά βίας σύρθηκα ως το κρεβάτι. Ξάπλωσα κι έσβησα το φως. Έμεινα για λίγο στο σκοτάδι με τις σκέψεις μου. Δίπλα μου κοιμόταν η γυναίκα μου με την κόρη μου μες την κοιλιά της. Ένα υπέροχο βουναλάκι από σάρκα που προσπαθούσα να προστατέψω με αδέξιο τρόπο. Προσπάθησα να προσευχηθώ, στην αρχή αργά, σχηματίζοντας τις λέξεις συλλαβιστά στα χείλη μου κι έπειτα προφέροντας δυνατά τα λόγια και προσευχόμενος με θέρμη. Παρακάλεσα για βοήθεια. Συνήθως μετά το μεθύσι προσεύχομαι. Παρακαλάω για βοήθεια. Τα πάντα περιστρέφονται με το χειρότερο τρόπο. Σα να σκορπίζω τα κομμάτια μου εδώ κι εκεί. Προσεύχομαι για την κόρη μου φοβούμενος ίσως, πως κάτι μπορεί να καταλάβει μέσα απ’ τον αμνιακό της σάκο. Κυρίως προσεύχομαι για να βγω απ’ αυτή τη δύσκολη θέση και να ξημερώσει πιο γρήγορα, να τελειώσει επιτέλους το μαρτύριο της περιστροφής. Ύστερα από λίγο σηκώθηκα στην άκρη του κρεβατιού κι άναψα τσιγάρο. Πέρασα λίγη ώρα ακόμα αναμασώντας τα πράγματα. Έσβησα το τσιγάρο και μπήκα ξανά κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Γύρισα πλευρό κι έμεινα εκεί. Έπειτα γύρισα απ’ τ’ άλλο πλευρό. Στριφογύρισα και τελικά έμεινα ανάσκελα να κοιτάζω το σκοτεινό ταβάνι, ακούγοντας τη γυναίκα μου στον ύπνο της να ψιθυρίζει κάτι για τον καπνό.