ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Δεκέμβριος, 2013

Ανθοφορία

anui

Κάποιος πέταξε την ιδέα να
εκδράμουμε εις τα φιλήματα.
Να ρίξουμε πετονιές εις τα
Εκβάτανα των μηρών της.
Κάποιος είπε να την πάρουμε στο
τηλέφωνο και να της διαβάσουμε
το ομαδικό μας ποίημα. Να
κλείσουμε τον βίο μας με μια
ποιητική παρτούζα. Να κατεβούμε
στον Άδη σαν παγώνια και στην
παγωνιά του κάτω Κόσμου αθώοι
κωφάλαλοι πετεινοί μετά το
άπλετο σεξ του πάνω Κόσμου.
Μετά τους περιλάλητους πριαπισμούς.
Μετά τις συνευρέσεις. Όπως
χτυπιούνται νυχτερίδες μέσα
στο θόλο του ναού. Όπως, στήνουν
καρτέρι οι λυσσασμένες μήτρες
και σπάνε οι άξονες των σερνικών
κάτω απ’ τα φουστανάκια.

Φροϋδικά μεζεδάκια

froint

Ο Φρόιντ προσπάθησε να ξεβρακώσει τον άνθρωπο απ’ το πένθος. Όχι βαρύγδουπα, αλλά ερμηνευτικά. Έβαλε τις Σειρήνες να παραμιλούν και τα ζεύγη να παρατηρούν πως φυτρώνει ανάμεσά τους το χορτάρι. Έβαλε τόσο σεξ στα μυαλά που ακόμα και μια παρτίδα σκάκι αντιλαλεί εκσπερμάτωση. Κυρίως έχτισε μια ποίηση της αμηχανίας του ενστίχτου. Έβγαλε το γαμήσι απ’ το εικονοστάσι στην αγορά. Άνοιξε τα σκέλια των γυναικών, όχι ως γυναικολόγος ή λάγνος ιερωμένος, αλλά ως ποιητής που νοστάλγησε τα χθόνια βάθη. Τις ρίζες. Τα πλοκάμια κάθε διαστροφής που σκηνογραφεί τον ανθρώπινο βίο. Το πώς οι ανίσκιωτες ψυχούλες φασκιώνουν το τραύμα τους και το πώς οι βάρβαρες θρησκείες καταβροχθίζουν ωμό το φαλλό. Το πώς μαγαρίζουν οι εξουσίες το σύμπαν. Το πώς η αγαμησιά σε πάει στα πεδία των μαχών και ο ρομαντισμός σού προκαλεί αναγούλα. Ο Φρόιντ έβγαλε τους αρχαίους σκελετούς απ’ τα μπαούλα και τους έξυσε για να βγάλει ζουμί. Απ’ τα κόκκαλα του Οιδίποδα και τις στριγκλιές της Μήδειας έφτασε στις γυαλισμένες μπότες και στα σιρίτια του στρατηγού. Έφτασε στο δάσκαλο και το μαθητή. Έφτασε στη μάνα και στο γιό. Στον πατέρα και την κόρη. Έφτασε στον ευνουχισμό και την αφόδευση. Στην ευχαρίστηση που προκαλεί η μυρουδιά των εκκρίσεων. Τον αυνανισμό, την οφθαλμολαγνία. Σπίτωσε την αμαρτία στο καλυβάκι των ηδονών και το έκανε βασίλειο. Πέταξε την ενοχή στα σκουπίδια τής συναγωγής και κατούρησε απ’ τον άμβωνα τής παρόρμησης τη θεία μεταλαβιά τής στέρησης στο δισκοπότηρο της υποκρισίας. Πέταξε έξω τον τίμιο έμπορο, το οχτάωρο, τις χαρτορίχτρες. Έβαλε τους λογιστές πορτιέρηδες στα μπουρδέλα και τους νομοθέτες νυχτοφύλακες των παθών. Μα κυρίως άνοιξε τον ασκό του Αιόλου της καταπιεσμένης σεξουαλικότητας μιας ανθρωπότητας με σφαγές, αίμα, ελεημοσύνες, περιτομές, βιασμούς, σπαραγμούς, καταναγκασμούς, πείνες και δίψες, ζητιανιές και χρυσές χέστρες, υπερκατανάλωση, πλαστικά και ελονοσία, καυσαέρια, χωματερές, χριστιανούς, δήμιους, μαχαιροβγάλτες, μουλάδες, αρχιεπισκόπους, βασανιστές. Είπε, ας μην ρίχνουμε στάχτη στα μάτια μας. Και πως η Δημιουργία δεν τέλειωσε. Η Δημιουργία τώρα ξεκινά. Στα κρεβάτια και στις καρδιές των ανθρώπων.

Νύχια

nyxia

Ξέρω πως σου αρέσει να κρατάς
στα χείλη το μεζέ. Τη ζέστα. Και
να ’ναι η πόρτα σου ορθάνοιχτη.
Εκείνο το κάτω και το μέσα. Να
σε φωτογραφίζω σαν κατοικίδιο
με τα βλέφαρα ωραία και σιωπηλά.
Και να μου λες και να σου λέω.
Ξέρω πως είναι δίκοπο μαχαίρι τα
ιδανικά κι η ποίηση δεν πείθει.
Διαλαλεί και διαολίζει. Ξέρω πολλά.
Αγάπη, ελευθερία, ενοχή. Ντουμάνια
υπέροχα. Πως μέσα στο καυκί μου
εκτίω την ποινή της ζωής. Τα μωρά
βλαμμένα μου παιδιά, τα ποιηματάκια
σφίγγοντας δυνατά και τις ομίχλες.

Περάσματα

perasmata

Αυτό το αλλοδαπό βυζάκι, αυτή
η ως το μεδούλι θηλυκιά διαβάζει
το ΦΕΚ του ήλιου, διαβάζει ότι
άφησαν όρθιο οι νοικοκυραίοι
των γραφών. Των Δαναών
εκκρίσεις και τους πόθους. Λάμα
κοφτερή πανηγυριού, το έρεβος
κάτω απ’ το θάμπος φουστανιού.
Τα εξ επαφής αμφιλεγόμενα υγρά.
Διαβάζει στα πλακάκια του λουτρού
την αγωνία. Ευάλωτη στη διαστροφή
να χαίρεται το δάχτυλο, τη γλώσσα
το φαλλό. Να γίνεται υποχείριο του
ιδρώτα. Λίβελος, λιβελούλα, λίβας.
Να γίνεται παλίμψηστο σπασμών,
μήλον της έριδος. Να γίνεται εγώ,
εσύ, αυτός. Ψιχίο οργασμού,
θυσιασμένη γλύκα. Να γίνεται
εν ψυχρώ το αλφάβητο της
έμπνευσης. Των λυγερών καπνών
η Δεισδαιμόνα. Ο Θούριος του Ρήγα
και η διώρυγα του Σουέζ. Να γίνεται
το μέγα θωρηκτό Ποτέμκιν στα βιβλία
των αστών. Η Αχίλλειος σχισμή.
Τα πορφυρά χειλάκια στα στενά
του Μαγγελάνου, για να περάσει
ο ποντοπόρος οργασμός και
ο αχάτης οίστρος.

Εορταστικόν

eortastiko

Οι πρακτικοί άνθρωποι φτάνουν στη σεξουαλική ευθανασία νωρίς. Λογαριάζουν με υποκατάστατα τις εντάσεις και με απέραντη δεξιοτεχνία δημίου αποβλακώνουν το σώμα τους. Πιστεύουν στην ελευθερία της βαναυσότητας του δυνατού, γι’ αυτό οχυρώνονται νωρίς σε οικογένειες, θέρετρα και σε εργένικες παρέες του ουζερί. Εκεί που το χνώτο διαθέτει μια καθησυχαστική επιβολή και οι απόψεις αλφαδιάζονται απ’ τις αναμνήσεις και το ανακάτωμα της πληροφορίας. Εκεί που το αρχιτεκτόνημα κάθε στήθους που προτάσσεται έχει κάτι απ’ τους οδόντες του διαφημιστή και τα σάλια τής καρακάξας του θεάματος. Και βεβαίως η ηθική εμπειρία είναι ασφαλισμένη μέσα στη γυάλα κάθε αποδεκτής υποκρισίας. Εκεί που η τεχνική ζεστασιά της καλοπέρασης κάποιων, μηχανεύεται τον ελεύθερο ανταγωνισμό των κάτω, που αιμορραγούν άχρι θανάτου για να παράξουν με την εργατική τους δύναμη μονάδες πλεονάσματος. Μονάδες υπεραξίας για τα κούλουμα της τάξης που έχει ταξική συνείδηση, γι’ αυτό και μπορεί να βατεύει τις άλλες τάξεις που είναι σκόρπιες, ασυνάρτητες και φοβικές. Που είναι μαγαρισμένες απ’ το, όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε κι απ’ το, κάτσε στ’ αυγά σου. Πάντα μέσα στην πανοπλία του κακόφημου ζώου που ντρέπεται για τις εκκρίσεις του. Που θα πάει να μεταλάβει, να πληρώσει φόρο, να πουλήσει τον εαυτούλη του σε καλή τιμή. Να στρώσει το γιορτινό του τραπέζι μέσα στο κέλυφος του νοικοκυρίστικου στρατώνα. Με τις άδειες κόγχες των ματιών κάθε ελεεινής και παραπεταμένης ύπαρξης που παρακολουθεί μέσα απ’ την τηλεόραση δίχως ήχο. Ανάμεσα στην πορνογραφία της τηλεοπτικής μαγειρικής και τα διαφημιστικά σποτ ευαίσθητων πλουσίων που οργανώνουν γκαλά για τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους. Για τους άστεγους και τους καταφρονεμένους. Για τα υπόλοιπα της δημιουργίας που οι μεγάλοι επικοί αστικοί μύθοι τα κρεμάνε στο λαιμό του τράγου για να διασκεδάζουν στην Επίδαυρο. Για να έχουν κάθε φορά να προσφέρουν στο μπαλσαμωμένο θείο βρέφος την ανθοδέσμη με τα ανθρωπιστικά τους αγκάθια. Για να έχουν την ώρα της θείας λειτουργίας δουλειά τα χερουβείμ, μαλακίζοντας τους αποβλακωμένους πιστούς με θεία κούφια φώτιση, τη στιγμή που οι θυγατέρες τους και τα υπερούσια τέκνα τους, εξομολογούνται απ’ το σατανά στις τουαλέτες του τραίνου, που πάει ντουγρού στην άβυσσο του μέλλοντος.

Και τα λοιπά

ktl

Κινδυνεύουμε να μείνουμε χωρίς απόψεις.
Χωρίς βαζελίνη και χωρίς σπουδαίους στρατηγούς.

Η επαρχία κρύβει έναν ακατάληπτο ερωτισμό.
Φήμες για κορίτσια που τρέχουν βολίδα στο σεξ.
Όλα φίνα και καλά.
Με τον ουρανό γαλανό. Απαθέστατο.
Τους χέρσους διεσταλμένους πόρους.
Τις απορίες κάποιων εφήβων
που θα επανδρώσουν αύριο την επαναστατική αριστερά.
Που θα στελεχώσουν επιχειρήσεις.

Ζητήματα της ορθοδοξίας που έμειναν άλυτα.
Περί της αφόδευσης του Ιησού
Περί της περιτομής του θεανθρώπου
Περί του υμένος της μητρός του
Που οι γραφειοκράτες χριστιανοί εικονογράφησαν με κρίνο.

Και λανολίνη στις θηλές

Εν ψυχή και εν ψυχρώ

podia

Σε σπηλιές ζούσα κάποτε.
Κι είχα την επικαρπία των φυσικών φαινομένων.
Εγώ εφηύρα την αριθμητική.
Εγώ αναζήτησα ψάρια, πουλιά και καυσόξυλα.

Οι δάσκαλοι που με εκπαιδεύουν τώρα με μαθαίνουν να ξεχνώ.
Σβήνουν τη συγκομιδή των συμποσίων.
Τη μνήμη ελέφαντα που διέθετα.

Μου φυτεύουν το δικό τους λεξικό.
Ένα νοικοκυρεμένο θεριό με κάνουν. Σαν κι αυτούς.
Οι φτωχοί μου δάσκαλοι, νομίζουν.
Έχουν βλέψεις για τα φυγόκεντρα μυαλά των μαθητών τους.

Οι φτωχοί μου δάσκαλοι αυνανίζονται στα φτωχικά τους σπιτικά.
Εν ψυχή και εν ψυχρώ.
Θυμούνται κάποτε κι αυτοί το λατρευτό βουβώνα.
Την προϊστορία.
Το ένστιχτο.
Του αγριμιού την εκλογή.

Κι εμένα πότε πότε.
Το μικρό εωσφόρο.
Τον κακό μαθητή που δεν παίρνει τα γράμματα.

Ορατών και αοράτων

galo

Το φυλλάδιο του σούπερ μάρκετ
έχει λαγούς με πετραχήλια. Σφαγές
και γαλοπούλες που κοιτάζουν τον
ουρανό. Έχει ουρανίσκους έτοιμους
να καταβροχθίσουν μιαν ήπειρο.
Έχει καλτσόν και γάμπες χωρίς σώμα.
Έχει τις τιμές των αλλαντικών κι έχει
μια φωτογραφία ενός ευτυχισμένου
ζευγαριού, εντελώς ανύπαρκτου και
εντελώς πλαστού, που κερδίζει τα προς
το ζην διαφημίζοντας τα φυλλοκάρδια του
και το πλατύ χαμόγελο της εξουσίας
του καταναλωτή πάνω στα πράγματα.
Πάνω στη μεταμορφωμένη φύση που
τυλίχτηκε στο σελοφάν και περιμένει
στο ψυγείο τη σειρά της. Τα φτερωτά
στομάχια των θνητών.

Ο ρυθμός βοηθάει τα γράμματα

ektos e

Ο ρυθμός βοηθάει τα γράμματα.
Βοηθάει τις πάπιες να περάσουν το
ποτάμι. Βοηθάει να κρατιούνται
τα προσχήματα. Να τινάζονται
τα χαλιά. Να μην ξεχαρβαλωθεί
το φλύαρο σύμπαν. Να βγαίνει πιο
κατευναστικό το ψυχοπονιάρικο
τραύμα. Η τάξη των πραγμάτων
και το κοφτό μισό βλέμμα του
παντοκράτορα, πάνω απ’ τα κεφάλια
των πιστών. Πάνω απ’ τα πιστόλια
των πιστών και τα νικητήρια καυλιά
των φιλάθλων. Ο ρυθμός βοηθάει
τα γράμματα. Την πλήξη, την ανία
να γίνουν παραδείσια κατάφυτα
νησιά. Να γίνουν το πιρούνι, το
μαχαίρι, το πιάτο. Ν’ ανοίξουν την
όρεξη στον πελάτη της στιχουργίας.
Ν’ ανοίξουν τα πόδια στον πελάτη
της αφθονίας. Ν’ ανοίξουν τους
ασκούς του Αιόλου και τις πόρτες
της ακαδημίας. Ο ρυθμός βοηθάει
τα θηλαστικά να ζευγαρώσουν και
το λυρισμό να βλαστημήσει το
Δημιουργό. Βοηθάει τα πλήθη να
εξαγριωθούν και τις διαστροφές να
εκδηλωθούν. Βοηθάει τη γριά κότα
να βγάλει ζουμί και τη νεολαία να
βγάλει ακμή. Να βγει απ’ τα ρούχα της.
Να βουτήξει μια για πάντα στη φοβερή
θάλασσα του έρωτα που δεν έχει ρυθμό,
που δεν έχει εξουσία, παρά χτυποκάρδι
ατίθασο και υγρή ανελέητη λαγνεία.

Προσχέδιο για μια ωδή

eimai

Είμαι ο αμνός σου θεά.
Ο πρεζάκιας της απόλαυσης.
Ο ξεχασμένος στη μήτρα σου.
Ο περίλυπος εστίν η ψυχή μου
έως θανάτου. Είμαι ο μισθωτός
που σε λιμπίζεται. Ο φαντασμένος
ως τα μπούνια της γύμνιας σου.
Είμαι ο εσταυρωμένος της ακροστιχίδας σου.
Ο λωποδύτης του γυμνού σου αφαλού.
Ο χαρτογράφος κάθε ξεδιάντροπης σχισμής σου.
Ο αρχιεπίσκοπος κάθε αναβλύζουσας τρέλας σου.
Είμαι ο αγιογδύτης της υγρασίας σου.
Είμαι ο Σπερχειός σου ποταμός.
Το αθώο γάργαρο νεράκι του λυγμού σου.

Το πρωινό μου ποίημα

to proino

Έτσι λυρικό που μου βγήκε θα το
κατασπαράξει η εταιρεία λογοτεχνών,
η εταιρεία μεταμεσονύχτιας κραιπάλης,
οι εταίρες που φίλησα στο στόμα και
ταράχτηκαν, οι απεργίες που με βγάλαν
να στεγνώσω στον ήλιο. Οι μανούλες
που γεννοβολάνε δράκους. Τα μανούλια
που γεννοβολάνε οργασμούς. Έτσι λυρικό
που μου βγήκε θα το κόψω με το ψαλίδι.
Θα το χαρίσω στα κορίτσια και τις νεράιδες.
Θα το χαρίσω στους εκδότες να χεστούνε
στο τάλιρο. Θα το πειράξω λίγο και θα το
κάνω διφορούμενο. Σκωπτικό. Σα να
αιμορραγεί η κυριολεξία. Σα να φαίνεται
λίγο το βυζάκι που δε φοράει σουτιέν.

Με τα υλικά της κρίσης

me ta ulika

Με τα υλικά ετούτα φτιάχνεις ένα
δύστροπο μέλλον. Ένα στραβό
καλυβάκι σε μια πλαγιά. Χτίζεις
ένα στάβλο, για να σταβλίσεις τόσο
πόνο που εβγήκε μονοκοπανιά στο
αναγνωστικό κοινό και αναστέναξε
κι έκανε ένα βήμα πίσω και σκόρπισε.
Κι οι ηδονές του πέρασαν απ’ το
συμβούλιο της Επικρατείας και τον Άρειο
πάγο. Και οι καύλες του χώρεσαν στη
σχισμή απ’ το παγκάρι και οι κόποι μιας
ζωής εγίναν φευγαλέα απροσδιόριστη
ανάμνηση. Με τα υλικά ετούτα μπορείς
να εξαχνώσεις τις περίλυπες υπάρξεις
να λαδώσεις το εντεράκι του εθνικισμού,
να βοηθήσεις τα περήφανα κόπρανα
κάθε αυταπάτης να γίνουν λίπασμα στο
χωραφάκι του θεού, να γίνουνε γαρούφαλλα
στο πέτο του διαβόλου.

Ήλιος

hlios

Από ποιους χειρώνακτες νοικοκυραίους
είναι μαλαγμένα ετούτα τα βυζιά!
Ετούτα τα γοερά βυζάκια, τα αρμόνια
της στύσεως. Από πια βαριά λιακάδα,
ύστατη είναι μαρκαρισμένα! Κι οι ρόγες
τι γλυκάρμυρες και τι ξελιγωμένες!
Τι κολλιτσίδες σερνικών και τι καυτές
κι ασήκωτες. Ω Λειβιδώ Ω θείον ρήγμα
ω σκοτοδίνη εξ αβύσσου, παίζω τυφλόμυγα
μαζί της στο υπερπέραν. Ήλιος εγώ
που δεν προφταίνει να περάσει τόσους
κόρφους. Ήλιος που ξελιγώθηκε ως το
κόκκαλο. Ως κάτω εκεί στα βουερά πηγάδια.

Εφαρμοσμένα μαθηματικά

efa 2

Εμείς είμαστε για ζόρικα και σπουδαία
θέματα. Για εφαρμοσμένα μαθηματικά
της ηδονής και βίον χαρισάμενον της
αγάπης. Είμαστε για εναγκαλισμούς
και για σονάτες. Είμαστε θηρία στα
κλουβιά. Φωτοφράχτες στο ουράνιο
αστρικό στερέωμα. Μπορούμε με
ευκολία να τρυπώσουμε κάτω απ’ τη
φούστα μιας γύφτισσας. Να πουλήσουμε
μήλα στη Βόρειο Ελλάδα, να γεμίσουμε
το σύμπαν ψόφιες γάτες και τον κόρφο
της με φιλιά. Είμαστε τα παιδάκια του
βροχερού απογεύματος της επαρχίας.
Πάνω στη γέφυρα των στεναγμών και
πάνω στο κρεβάτι της ερωμένης.
Είμαστε στο θερινό σινεμά της εφηβείας
που πέρασε. Βγάζουμε τη γλώσσα στα
καθρεφτάκια μας. Αιμορραγούμε λυρισμό.
Πυρ κατά βούληση διατάσει ο σφοδρός
ταπεινωμένος εαυτός μας. Κι όποιον
πάρει ο χάρος. Κι όποιον γκαστρώσει
αυτός ο υπέρ σπέρματος αγών. Αυτή
η αγωνία της γραφής με τις γωνίες που
βγάζουν μάτι. Με τα έκτροπα νοήματα
της στιχουργίας. Με τα ποιητικά φουρνέλα
της ξεσχισμένης ψυχής.

Nεότης νεότης τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου

νεοτ

Οι νέοι όλων των εποχών γνωρίζουν πολλά μα δεν τα ομολογούν. Όσοι γλυτώσουν απ’ τη σκοταδερή εκπαίδευση θα ξεράσουν κάποια στιγμή πολλά. Κυρίως θα δείξουν τα σημάδια της υποκρισίας στο χαστουκισμένο τους πρόσωπο. Όσοι νέοι δεν γίνουν γέροι στα δεκαοχτώ και ψοφίμια στα τριάντα, θα έχουν μάτια να βλέπουν και αυτιά ν’ ακούν. Θα κατατροπώσουν τους δασκάλους τους που κατέστρεψαν τη νεότητά τους, παραδίδοντάς της μαθήματα ληθαργικού λογισμού. Μαθήματα υποταγής και μαθήματα τρελού ποδοβολητού προς το μακάριο νοικοκυριό και το διακονιάρικο βόλεμα. Θα κοιτάξουν αλλιώς το φεγγάρι που δηλητηρίασε ο ρομαντισμός και θ’ αγκαλιάσουν αλλιώς το σώμα που μαγάρισε η πουτανιά. Όσοι δε γίνουν κατεστημένο και οσιομάρτυρες καλοκάγαθης κακομοιριάς και γκρίνιας, θα λιμάρουν με τη γλώσσα τους τα διαμάντια που θα σκίσουν λίγο λίγο τα στομάχια του αδίστακτου πλούτου. Οι ζόρικοι νέοι δεν αποκτούν ποτέ φρικιαστικές βαθιές ρυτίδες. Δεν ψοφάνε σαν παλιόσκυλα απ’ την πολύ δουλειά κι ούτε κλείνονται στο σπιτικό τους πηγάδι πεθαίνοντας από ασφυξία. Βγαίνουν στους δρόμους, στήνουν κοινότητες, εξαπολύουν μύδρους στους πατεράδες τους που τους μάθανε να κάθονται στ’ αυγά τους και στη σόμπα τους δίπλα. Να αδιαφορούν για τα μαγκάλια που φύτρωσαν μέσα στο σπίτι του διπλανού τους, για τη χτικιάρικη ελεημοσύνη του παπά, για το φόβο που σπέρνουν οι δράκοντες της εξουσίας, για τον ανελέητο πόλεμο κατά της ζωής. Είναι οι νέοι που έχουν όραμα, που μουτζουρώνουν τους τοίχους, που σηκώνουν τους γονατισμένους και τους γονατιστούς. Είναι οι νέοι που κάνουν το θαύμα τους, είναι οι νέοι που σακατεύονται απ’ τα όργανα της τάξης γιατί δε μασκαρεύονται με το χαζοχαρούμενο προσωπείο του λάιφ στάιλ και γιατί δεν καμώνονται πως τα ανθρώπινα ερείπια δίπλα τους είναι αναγκαίο κακό και η φυτευτή κρίση μια φυσική καταστροφή. Είναι οι νέοι που δεν δέχονται να γίνουν το νέο λούμπεν πετσοκομμένο προλεταριάτο. Αυτοί, που ανάμεσα στην ηρωίνη και τη δουλεία διαλέγουν τον αγώνα για μια καλλίτερη ζωή. Αυτοί που κάνουν τους κερατάδες να τρομάζουν και τους γραφειοκράτες να καταπίνουν αμάσητες τις διαταγές και τα διατάγματα. Είναι οι νέοι που ξέρουν, πως οι δουλοπάροικοι μετανάστες είναι αδέρφια τους και πως η φτώχια διάολε, δεν είναι κοινωνικό φαινόμενο αλλά πολιτική επιλογή. Είναι οι νέοι που δεν δέχονται την εκμετάλλευση και τη φτηνή εργασία. Που δε θέλουν να δαγκώσουν τις ματωμένες φράουλες της Μανωλάδας και τους καρπούς της ελεεινής ανάπτυξης. Είναι οι νέοι της υγείας και της περιπέτειας. Είναι οι νέοι επάνω από την δοσοληψία των μιασματικών υδάτων κατά Εμπειρίκο, όπως ξεδιπλώνονται στον Καρπό Ελαίου.

Eπάνω από την δοσοληψία των μιασματικών υδάτων
μιας νόσου που κατεδικάσθη οριστικώς
H άχνα της υγείας μεσουρανεί και μέλπει
H πίστις της περιπετείας δεν χαλαρώθηκε
Tα μάτια της είναι πράσινα και κατοπτρίζονται μέσ’
στα νερά της νεότητος
Ένας νέος συναντά μια νέα και την φιλεί
Aπό τα χείλη τους αναπηδούν οι λέξεις μεθυσμένες
Όλη η ζωή τους μοιάζει με λειβάδι
Eπαύλεις εδώ κ’ εκεί κοσμούν την πρασιά του
Nεότης νεότης τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου
Tα χαϊμαλιά σου τα στολίζουν άνθη μυγδαλιάς που ανθεί
σε χώρα πεδινή
Oι θρίαμβοι των καισάρων περνούν καμιά φορά απ’ αυτή
τη χώρα και παρασύρουν τα νερά των κήπων
Oι γυναίκες των κηπουρών γυμνώνουν τα στήθη τους
και τους παρακαλούν
Mια σειρά μαργαριταριών στάζει σε μια χοάνη
Kάθε μαργαριτάρι είναι μια σταγών και κάθε σταγών
είναι ένας δράκος
Tο κάστρο του κατέρρευσε και τώρα παίζουν τα παι-
δάκια μέσ’ στους ίσκιους
Tα θρύψαλλα του καθρέφτη της πυργοδέσποινας είναι
κι’ αυτά πετράδια
Που ρίχνουν στον πετροπόλεμο τα παλληκάρια.

(από την Eνδοχώρα, Άγρα 1980)

Τα περί εαυτού πάθη

ta peri

Είναι ζήτημα αν θα πιάσουν τόπο οι τόσες μου προβοκάτσιες.
Ο βαθύς λυρισμός που μου βγαίνει σαν έκκριση.
Σαν θείο υπόλειμμα κάθε πόνου που πέρασα.

Είναι ζήτημα αν θα τεκνοποιήσουν τόσα γραφτά.
Είναι ζήτημα αν βγαίνει ζουμί.
Κι αν τα γηροκομεία ποιητών έχουν θέση για μένα.
Μια θέση στον ήλιο.
Στο μπαλκόνι που έχει θέα στο ακάλυπτο μέλλον.
Μια θέση για τον κραταιό αμετανόητο λύκο
που πέρασε μια ζωή ξεροσφύρι.
Χωρίς να ρίξει μια δαγκωνιά σ’ ένα αρνί.

Πλεόνασμα

ektos emporio

Οι νεκροί μας χαρτογραφούν τον πολιτισμό που οδεύει προς το τέλος του. Οι παρατημένοι άνθρωποι πεθαίνουν κατά χιλιάδες απ’ το κρύο κι απ’ τις αναθυμιάσεις, πειθαρχώντας ως το μεδούλι σ’ αυτό που επιβάλει ο θανατόκοσμος της εργασίας. Αν δεν εργάζεσαι τιμωρείσαι αστραπιαία και ακαριαία. Γίνεσαι ένας επιληπτικός του βιοπορισμού. Που σχεδόν ζει, σχεδόν αναπνέει και σχεδόν υπάρχει. Γίνεσαι το κάρβουνο στα καντήλια των καθεστώτων. Αυτή η διαπαιδαγώγηση στον αφανισμό και στον πόνο, χτίζει έναν νέο τύπο ανθρώπου. Μιαν ανεξιχνίαστη ωμότητα τρέφει τον ύπνο της μικροαστικής τάξης. Αυτής της τάξη που έχει πακτωθεί απ’ τον οικονομικό διακανονισμό του μεγαλοϊδεατισμού των αστών. Της τάξης που έχει βάλει στον κώλο των παιδιών της προβλήματα με ευρώ. Που έχει γυρίσει τα μαθηματικά και την επιστήμη στην τυφλή κονόμα. Αυτής της τάξης που είναι πλέον η ίδια το εμπόρευμα και η ίδια η περίφραξη του πλούτου. Αυτής της τάξης που σκίζεται για να σπουδάσει τα τέκνα της κάνοντάς τα βέργες που τιμωρούν και παρδαλές χάρτινες καρικατούρες της εικόνας, του θεάματος και μιας ανατριχιαστικής δωματίσιας καλοζωίας. Όλοι αναρωτιούνται γιατί βουίζει γύρω μας τόση σκλαβιά. Και ξαφνικά πέφτουν απ’ τα σύννεφα με τους δουλοπάροικους αλλοδαπούς με τις έγκλειστες υπηρέτριες που ξεσκατίζουν τους νεόπλουτους φτωχομπινέδες. Με τις κοπέλες που πετιούνται στα χαντάκια όταν δεν έχουν άλλο σεξουαλικό ζουμί. Πέφτουν απ’ τα σύννεφα αλλά ξανασκαρφαλώνουν πάλι εκεί, γεμίζοντας έτσι τις σαθρές και παράταιρες στιγμές της ζωής τους. Το πρόβλημα όμως γι’ αυτούς είναι η αγορασμένη τους συνείδηση. Το βόλεμα που εκλαμβάνει κάθε οδυνηρή διαδικασία ως την ομαλή πορεία των πραγμάτων. Το βόλεμα που τους κάνει ακραία καθεστωτικούς, καταδικασμένους να αφήνουν τις ζωές τους στις ουρές και στα ταμεία, πληρώνοντας χαράτσι αναπνοής και χαράτσι ύπαρξης.

Στα τροπικά νησιά της φαντασίας

xarta

Η άτιμη διαλεκτική που έχει
πείσμα κοριτσίστικο. Η γλύκα
του ελεύθερου στίχου.
Ο μωρουδίστικος χρησμός της
αγάπης. Το όργιο του πολέμου
και της ειρήνης. Τα αετώματα
που λύγισαν και τα βυζιά που
βρυχώνται. Τα κείμενα που
κραυγάζουν και συνοδεύουν
το νεκρό στη νέκρα του.
Η άγνωστη που σήκωσε το
φουστάνι κι είδα τον μουνίσιο
της ουρανό και το αβάσταχτο
πάθος της. Η νύχτα που την
ήπιε μονορούφι το χάος. Το χάος
που πήγε σινεμά και το διάσημο
άλογο του Καλιγούλα που ψόφησε.
Τα πλοκάμια της που αποκεφάλισαν
το θεριό και η σκανδάλη της
φιλανθρωπίας που πυροδότησε
μυστικά και ψέματα. Ο ποιητής
που σκότωσε τη νουβέλα κι έγινε
ο χρυσοθήρας του κόρφου της.
Ολιγόλεκτος σαν αστρικός κανίβαλος
και ματιασμένος σαν παιδάκι με
χαρταετό. Τρέχοντας μπροστά
με το σπάγκο πιασμένο στο
υπερπέραν. Στα σύρματα της ΔΕΗ.
Στα τροπικά νησιά της φαντασίας.

Νύχτα

nixta

Σ’ αυτό
το μπαρ
η φαντασία μου
κι εγώ
γινόμαστε ένα.
Γινόμαστε τύφλα
και βγάζουμε
το άχτι μας.
Βγάζουμε
το στυλό
και μονομαχούμε.
Κι ο ιδιοκτήτης
δαίμονας
μας κερνά
τον άκαρδο καιρό.

Γράμμα στον κυρίαρχο λαό

gramma

Αξιότιμοι γαμιάδες της περιοχής του κάμπου
Αξιότιμοι συνδικαλιστές των συνεταιρισμών
Γυρνώ ξανά στα νεανικά μου ποιήματα
Βάζω την άγουρη αλήθεια να δουλέψει ξανά
Βάζω τα δυνατά μου σαν επιδέξιος καλαθάς
Συλλαβίζω ξανά, χώρες που επιδότησαν τον αντρισμό του έθνους
Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουκρανία και τα λοιπά
Τους αλβανούς που βαφτίσατε χριστιανούς
Τους διαβόλους που κάνατε σκιάχτρα
Τους κούρδους που προσφέρατε για λάφυρο στον αμερικάνο
Τους ξεραμένους βάτους που σκεπάσατε τα πτώματα

αναπολείτε τον ωραίο καιρό, πολίτες
το παρελθόν που ακτινοβολεί
τις ακμάζουσες πρωτεύουσες με τα κραταιά τσιμέντα
αναπολείτε