Ανθοφορία

anui

Κάποιος πέταξε την ιδέα να
εκδράμουμε εις τα φιλήματα.
Να ρίξουμε πετονιές εις τα
Εκβάτανα των μηρών της.
Κάποιος είπε να την πάρουμε στο
τηλέφωνο και να της διαβάσουμε
το ομαδικό μας ποίημα. Να
κλείσουμε τον βίο μας με μια
ποιητική παρτούζα. Να κατεβούμε
στον Άδη σαν παγώνια και στην
παγωνιά του κάτω Κόσμου αθώοι
κωφάλαλοι πετεινοί μετά το
άπλετο σεξ του πάνω Κόσμου.
Μετά τους περιλάλητους πριαπισμούς.
Μετά τις συνευρέσεις. Όπως
χτυπιούνται νυχτερίδες μέσα
στο θόλο του ναού. Όπως, στήνουν
καρτέρι οι λυσσασμένες μήτρες
και σπάνε οι άξονες των σερνικών
κάτω απ’ τα φουστανάκια.

Φροϋδικά μεζεδάκια

froint

Ο Φρόιντ προσπάθησε να ξεβρακώσει τον άνθρωπο απ’ το πένθος. Όχι βαρύγδουπα, αλλά ερμηνευτικά. Έβαλε τις Σειρήνες να παραμιλούν και τα ζεύγη να παρατηρούν πως φυτρώνει ανάμεσά τους το χορτάρι. Έβαλε τόσο σεξ στα μυαλά που ακόμα και μια παρτίδα σκάκι αντιλαλεί εκσπερμάτωση. Κυρίως έχτισε μια ποίηση της αμηχανίας του ενστίχτου. Έβγαλε το γαμήσι απ’ το εικονοστάσι στην αγορά. Άνοιξε τα σκέλια των γυναικών, όχι ως γυναικολόγος ή λάγνος ιερωμένος, αλλά ως ποιητής που νοστάλγησε τα χθόνια βάθη. Τις ρίζες. Τα πλοκάμια κάθε διαστροφής που σκηνογραφεί τον ανθρώπινο βίο. Το πώς οι ανίσκιωτες ψυχούλες φασκιώνουν το τραύμα τους και το πώς οι βάρβαρες θρησκείες καταβροχθίζουν ωμό το φαλλό. Το πώς μαγαρίζουν οι εξουσίες το σύμπαν. Το πώς η αγαμησιά σε πάει στα πεδία των μαχών και ο ρομαντισμός σού προκαλεί αναγούλα. Ο Φρόιντ έβγαλε τους αρχαίους σκελετούς απ’ τα μπαούλα και τους έξυσε για να βγάλει ζουμί. Απ’ τα κόκκαλα του Οιδίποδα και τις στριγκλιές της Μήδειας έφτασε στις γυαλισμένες μπότες και στα σιρίτια του στρατηγού. Έφτασε στο δάσκαλο και το μαθητή. Έφτασε στη μάνα και στο γιό. Στον πατέρα και την κόρη. Έφτασε στον ευνουχισμό και την αφόδευση. Στην ευχαρίστηση που προκαλεί η μυρουδιά των εκκρίσεων. Τον αυνανισμό, την οφθαλμολαγνία. Σπίτωσε την αμαρτία στο καλυβάκι των ηδονών και το έκανε βασίλειο. Πέταξε την ενοχή στα σκουπίδια τής συναγωγής και κατούρησε απ’ τον άμβωνα τής παρόρμησης τη θεία μεταλαβιά τής στέρησης στο δισκοπότηρο της υποκρισίας. Πέταξε έξω τον τίμιο έμπορο, το οχτάωρο, τις χαρτορίχτρες. Έβαλε τους λογιστές πορτιέρηδες στα μπουρδέλα και τους νομοθέτες νυχτοφύλακες των παθών. Μα κυρίως άνοιξε τον ασκό του Αιόλου της καταπιεσμένης σεξουαλικότητας μιας ανθρωπότητας με σφαγές, αίμα, ελεημοσύνες, περιτομές, βιασμούς, σπαραγμούς, καταναγκασμούς, πείνες και δίψες, ζητιανιές και χρυσές χέστρες, υπερκατανάλωση, πλαστικά και ελονοσία, καυσαέρια, χωματερές, χριστιανούς, δήμιους, μαχαιροβγάλτες, μουλάδες, αρχιεπισκόπους, βασανιστές. Είπε, ας μην ρίχνουμε στάχτη στα μάτια μας. Και πως η Δημιουργία δεν τέλειωσε. Η Δημιουργία τώρα ξεκινά. Στα κρεβάτια και στις καρδιές των ανθρώπων.

Νύχια

nyxia

Ξέρω πως σου αρέσει να κρατάς
στα χείλη το μεζέ. Τη ζέστα. Και
να ’ναι η πόρτα σου ορθάνοιχτη.
Εκείνο το κάτω και το μέσα. Να
σε φωτογραφίζω σαν κατοικίδιο
με τα βλέφαρα ωραία και σιωπηλά.
Και να μου λες και να σου λέω.
Ξέρω πως είναι δίκοπο μαχαίρι τα
ιδανικά κι η ποίηση δεν πείθει.
Διαλαλεί και διαολίζει. Ξέρω πολλά.
Αγάπη, ελευθερία, ενοχή. Ντουμάνια
υπέροχα. Πως μέσα στο καυκί μου
εκτίω την ποινή της ζωής. Τα μωρά
βλαμμένα μου παιδιά, τα ποιηματάκια
σφίγγοντας δυνατά και τις ομίχλες.

Περάσματα

perasmata

Αυτό το αλλοδαπό βυζάκι, αυτή
η ως το μεδούλι θηλυκιά διαβάζει
το ΦΕΚ του ήλιου, διαβάζει ότι
άφησαν όρθιο οι νοικοκυραίοι
των γραφών. Των Δαναών
εκκρίσεις και τους πόθους. Λάμα
κοφτερή πανηγυριού, το έρεβος
κάτω απ’ το θάμπος φουστανιού.
Τα εξ επαφής αμφιλεγόμενα υγρά.
Διαβάζει στα πλακάκια του λουτρού
την αγωνία. Ευάλωτη στη διαστροφή
να χαίρεται το δάχτυλο, τη γλώσσα
το φαλλό. Να γίνεται υποχείριο του
ιδρώτα. Λίβελος, λιβελούλα, λίβας.
Να γίνεται παλίμψηστο σπασμών,
μήλον της έριδος. Να γίνεται εγώ,
εσύ, αυτός. Ψιχίο οργασμού,
θυσιασμένη γλύκα. Να γίνεται
εν ψυχρώ το αλφάβητο της
έμπνευσης. Των λυγερών καπνών
η Δεισδαιμόνα. Ο Θούριος του Ρήγα
και η διώρυγα του Σουέζ. Να γίνεται
το μέγα θωρηκτό Ποτέμκιν στα βιβλία
των αστών. Η Αχίλλειος σχισμή.
Τα πορφυρά χειλάκια στα στενά
του Μαγγελάνου, για να περάσει
ο ποντοπόρος οργασμός και
ο αχάτης οίστρος.

Εορταστικόν

eortastiko

Οι πρακτικοί άνθρωποι φτάνουν στη σεξουαλική ευθανασία νωρίς. Λογαριάζουν με υποκατάστατα τις εντάσεις και με απέραντη δεξιοτεχνία δημίου αποβλακώνουν το σώμα τους. Πιστεύουν στην ελευθερία της βαναυσότητας του δυνατού, γι’ αυτό οχυρώνονται νωρίς σε οικογένειες, θέρετρα και σε εργένικες παρέες του ουζερί. Εκεί που το χνώτο διαθέτει μια καθησυχαστική επιβολή και οι απόψεις αλφαδιάζονται απ’ τις αναμνήσεις και το ανακάτωμα της πληροφορίας. Εκεί που το αρχιτεκτόνημα κάθε στήθους που προτάσσεται έχει κάτι απ’ τους οδόντες του διαφημιστή και τα σάλια τής καρακάξας του θεάματος. Και βεβαίως η ηθική εμπειρία είναι ασφαλισμένη μέσα στη γυάλα κάθε αποδεκτής υποκρισίας. Εκεί που η τεχνική ζεστασιά της καλοπέρασης κάποιων, μηχανεύεται τον ελεύθερο ανταγωνισμό των κάτω, που αιμορραγούν άχρι θανάτου για να παράξουν με την εργατική τους δύναμη μονάδες πλεονάσματος. Μονάδες υπεραξίας για τα κούλουμα της τάξης που έχει ταξική συνείδηση, γι’ αυτό και μπορεί να βατεύει τις άλλες τάξεις που είναι σκόρπιες, ασυνάρτητες και φοβικές. Που είναι μαγαρισμένες απ’ το, όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε κι απ’ το, κάτσε στ’ αυγά σου. Πάντα μέσα στην πανοπλία του κακόφημου ζώου που ντρέπεται για τις εκκρίσεις του. Που θα πάει να μεταλάβει, να πληρώσει φόρο, να πουλήσει τον εαυτούλη του σε καλή τιμή. Να στρώσει το γιορτινό του τραπέζι μέσα στο κέλυφος του νοικοκυρίστικου στρατώνα. Με τις άδειες κόγχες των ματιών κάθε ελεεινής και παραπεταμένης ύπαρξης που παρακολουθεί μέσα απ’ την τηλεόραση δίχως ήχο. Ανάμεσα στην πορνογραφία της τηλεοπτικής μαγειρικής και τα διαφημιστικά σποτ ευαίσθητων πλουσίων που οργανώνουν γκαλά για τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους. Για τους άστεγους και τους καταφρονεμένους. Για τα υπόλοιπα της δημιουργίας που οι μεγάλοι επικοί αστικοί μύθοι τα κρεμάνε στο λαιμό του τράγου για να διασκεδάζουν στην Επίδαυρο. Για να έχουν κάθε φορά να προσφέρουν στο μπαλσαμωμένο θείο βρέφος την ανθοδέσμη με τα ανθρωπιστικά τους αγκάθια. Για να έχουν την ώρα της θείας λειτουργίας δουλειά τα χερουβείμ, μαλακίζοντας τους αποβλακωμένους πιστούς με θεία κούφια φώτιση, τη στιγμή που οι θυγατέρες τους και τα υπερούσια τέκνα τους, εξομολογούνται απ’ το σατανά στις τουαλέτες του τραίνου, που πάει ντουγρού στην άβυσσο του μέλλοντος.

Και τα λοιπά

ktl

Κινδυνεύουμε να μείνουμε χωρίς απόψεις.
Χωρίς βαζελίνη και χωρίς σπουδαίους στρατηγούς.

Η επαρχία κρύβει έναν ακατάληπτο ερωτισμό.
Φήμες για κορίτσια που τρέχουν βολίδα στο σεξ.
Όλα φίνα και καλά.
Με τον ουρανό γαλανό. Απαθέστατο.
Τους χέρσους διεσταλμένους πόρους.
Τις απορίες κάποιων εφήβων
που θα επανδρώσουν αύριο την επαναστατική αριστερά.
Που θα στελεχώσουν επιχειρήσεις.

Ζητήματα της ορθοδοξίας που έμειναν άλυτα.
Περί της αφόδευσης του Ιησού
Περί της περιτομής του θεανθρώπου
Περί του υμένος της μητρός του
Που οι γραφειοκράτες χριστιανοί εικονογράφησαν με κρίνο.

Και λανολίνη στις θηλές

Εν ψυχή και εν ψυχρώ

podia

Σε σπηλιές ζούσα κάποτε.
Κι είχα την επικαρπία των φυσικών φαινομένων.
Εγώ εφηύρα την αριθμητική.
Εγώ αναζήτησα ψάρια, πουλιά και καυσόξυλα.

Οι δάσκαλοι που με εκπαιδεύουν τώρα με μαθαίνουν να ξεχνώ.
Σβήνουν τη συγκομιδή των συμποσίων.
Τη μνήμη ελέφαντα που διέθετα.

Μου φυτεύουν το δικό τους λεξικό.
Ένα νοικοκυρεμένο θεριό με κάνουν. Σαν κι αυτούς.
Οι φτωχοί μου δάσκαλοι, νομίζουν.
Έχουν βλέψεις για τα φυγόκεντρα μυαλά των μαθητών τους.

Οι φτωχοί μου δάσκαλοι αυνανίζονται στα φτωχικά τους σπιτικά.
Εν ψυχή και εν ψυχρώ.
Θυμούνται κάποτε κι αυτοί το λατρευτό βουβώνα.
Την προϊστορία.
Το ένστιχτο.
Του αγριμιού την εκλογή.

Κι εμένα πότε πότε.
Το μικρό εωσφόρο.
Τον κακό μαθητή που δεν παίρνει τα γράμματα.