ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Το τέλος του κόσμου

to telos

Πίεζε με δύναμη το σφουγγάρι στο μαυροπίνακα. Με μανία. Σχεδόν τον ροκάνιζε, τον έτριβε, τον έσκαβε. Προσπαθούσε να αφανίσει κάθε ίχνος απ’ τον τεράστιο ζωγραφισμένο φαλλό. Απ’ τη μονοκοντυλιά που σκάρωσε λίγο πριν στο διάλειμμα. Μια τεράστια φοβερή ψωλή. Ένα τρομερό πέος που καιροφυλαχτούσε. Που κοιτούσε λοξά στον ουρανό. Τεράστιο κι επικίνδυνο. Έτοιμο να τρομάξει τον εχθρό. Έτοιμο να συγκλονίσει την επικράτεια. Χαραγμένο δίπλα στο γάμο της Κανά. Πάνω σε μια θερμοδυναμική εξίσωση. Δίπλα στις καμπύλες προσφοράς και ζήτησης. Κάτω απ’ το βλέμμα του Ιησού. Ο καθηγητής των θρησκευτικών, έστρεψε ελαφρώς αριστερά, κοιτώντας την αποκαθήλωση του φαλλού. Η μαθήτρια πίεζε με δύναμη το σφουγγάρι στο μαυροπίνακα. Με μανία.

Ποίημα οριζόντιο

exoume

Έχουμε όλο το θάνατο μπροστά μας
για να κάνουμε μαύρες σκέψεις. Για
να μην κάνουμε καθόλου σκέψεις. Να
ψηθούμε μέσα στο χώμα. Να βγάλουμε
τα μάτια μας. Να αγκαλιάσουμε την
κυριολεξία. Την κρύα γη. Τη φοβερή
αιώνια παγωνιά. Το Λάζαρο. Τους
πεθαμένους φίλους. Να γίνουμε
πετρέλαιο και ορυκτός πλούτος.
Να γίνουμε σπουδαίοι νεκροί με
ερμητικά στόματα, φωτογραφίες,
καντήλια, κτερίσματα. Έχουμε όλο το
θάνατο μπροστά μας για να σβήσουμε
τη μνήμη. Τις σφαγές που μας
στοίχειωσαν και το σεξ που μας ανάθρεψε.
Έχουμε όλo το θάνατο μπροστά μας
για να σωπάσουμε δια παντός. Να
ξεμπερδέψουμε με εξετάσεις ούρων,
ακτινογραφίες και συμβόλαια. Να μην
περιμένουμε τίποτε. Ούτε ένα καλοκαίρι,
ούτε ένα νόμπελ λογοτεχνίας, ούτε καν
συγχώρεση αμαρτιών και δε συμμαζεύεται.