Χυμοί

xymoi

Μπορώ σε μια στιγμή να δρασκελίσω απ’ το πουργκατόριο στον παράδεισο. Μπορώ να σκεπάσω τις φλυαρίες με πέπλα από σιωπές. Μπορώ μέσα στο ποίημα μου να ζευγαρώσω δυο κόσμους. Τη λύπη με τη χαρά. Την κατάθλιψη με την έκσταση. Την τραγωδία με το ξεφάντωμα. Μπορώ ν’ ανάψω αυτό το μαγκάλι από επιθυμίες για να ζεστάνω τις γυναίκες με τις τραγικές κραυγές. Για να ντύσω τη φύση τους με βροχή και αλάτι. Για να φέρει άνθη η πληγούλα τους και να μαστουρώσουν εθνικιστές και προβοκάτορες του βίου. Μπορώ να τρυπώσω στα σεντόνια τους και να βγω σε άλλο κόσμο. Εκεί, που καθετί γίνεται σωματικό και υπερούσιο. Εκεί όπου αρκεί το λεπτεπίλεπτο πάχος ενός φύλλου χαρτιού για να διαβούμε στην άλλη όχθη, κι από μια βαρετή καθημερινότητα να βρεθούμε σ’ ένα κόσμο θαυμάτων. Γιατί τα θαύματα συντελούνται με την επαφή. Το δόσιμο. Το σμίξιμο. Το πολύ και το λίγο χημικό αντάμωμα των υγρών. Τους χυμούς που ρέουν και το λόγο που σκάβει λαγούμια για να περάσει στις καρδούλες το δυναμωτικό σιρόπι της ηδονής. Για να αδράξει η ρητορεία της μήτρας την αλαζονική χυσιά. Για να κλέψει τα μυστικά των Ελευσίνιων ο εραστής, να διώξει τη φοβέρα του θανάτου. Να γίνει ο ιερέας και η ιέρεια. Να γίνει ο κατηγορούμενος της κοινής λογικής. Ν’ αρχίσει το πανηγύρι και ο καρνάβαλος του χαώδους και του αναχρονιστικού. Ν’ αρχίσει το πανηγύρι που δίνει νέα ζωή στις κουρασμένες μορφές. Ο σαματάς. Να βγουν οι ποιητές απ’ τα πιθάρια κι από υμνογράφοι της θρησκείας να γίνουν ασκιά της ποιητικής κραυγής. Να ξεπατώσουν την έρημο με γεωτρήσεις. Να βγουν απ’ τις παρενθέσεις και τα παλιά σάβανα. Να ξετρυπώσουν απ’ τις σπηλιές και τα νυχτέρια. Να γίνουν τόσο φως όσο χρειάζεται η Πυθία των Δελφών για να αδελφώσει τα κορμιά που της ζήτησαν χρησμό. Δηλαδή χρίσμα έρωτος και λαλιάς έρωτος. Δηλαδή ένα μεγαλόσχημο όραμα έναντι του μίσους και του θανάτου. Στο χωράφι εκείνο δίπλα στην πηγή. Και στο λιοστάσι εκείνο δίπλα στους σατανάδες. Και στο λιβάδι εκείνο δίπλα στο ρέμα όπου μπορείς να διαβάσεις τον Όμηρο χωρίς τα δεκανίκια των δυτικών και χωρίς τα ματογυάλια των ειδικών και χωρίς την ψυχρή ανάλυση που δεν έχει καμιά σχέση με τη ζωντανή ποίηση. Με το χιούμορ, τους χυμούς και τα ζουμιά. Εκεί στον τόπο, όπου εμείς οι τυφλοί μπορούμε να οδηγηθούμε απ’ αυτόν τον τυφλό που βλέπει καλύτερα από μας. Εκεί στον τόπο, όπου οι ποιητές σκοτώνουν τα όνειρα μόλις γεράσουν και σε τσιμπούν σαν μελίσσια για να ξυπνήσεις απ’ το λήθαργο της συνήθειας. Να βγεις να κλέψεις άστρα απ’ τη νύχτα και να συντρέξεις τ’ αγάλματα και τα κορμιά που περιμένουν χάδια.

Οι νύφες του θεού

IMG_178068112135991

πρόλογος στον αποκριάτικο βίο

Δεν ξέρω πως ρυθμίζει κάποιος μέσα του τον εσωτερικό ρυθμό, αλλά ξέρω, πως οι βωβοί και αλαφροΐσκιωτοι χαρακτήρες μαγκώνουν στις εμμονές τους. Και λειτουργούν ως ήρωες σε βιπεράκι του εβδομήντα με μια καταρρακωμένη άμυνα. Ή ως πλιατσικολόγοι συναισθήματος κυράς που την πλάκωσε η λογοτεχνία της Καρυστιάνη και το νοικοκυριό. Κυράς που τη διέσυραν με δεκαπεντασύλλαβο και ρίμα ντροπαλοί ποιητές και ντροπιασμένοι κράχτες. Κυράς που, το αξιοπρεπές όργιο που συντελείται στον ατροφικό ερωτικό της λοβό έχει ολίγο σινεμά του Μπουνιέλ αλλά και μιαν οικόσιτη λυρικότητα. Έτσι ζει κι έτσι συντηρείται η ψυχούλα της και μπαίνει σε τάξη η φαντασίωση και το αρχιτεκτόνημα της τρέλας που υφαίνει η ανεκπλήρωτη επιθυμία. Αυτό το μετέωρο μασκάρεμα της κάθε μέρας που περιμένει τις απόκριες για να εκφραστεί. Για να βγει στην ύπαιθρο και στο φως το γονίδιο της παρωδίας, κεντημένο με την πικρή γεύση του συμβιβασμού. Για να ξεχαράξει η ποίηση της νεότητας που καταπόθηκε από κρεμμυδάκια, ευθύνες, αρμοδιότητες και σεβασμό δια χειρός κατηχητικού. Για να φλερτάρει με τους πλασιέ της χαράς που στερήθηκε. Με τους δαιμόνους που αλλάζουν δέρμα τη νύχτα και τους ακαριαίους αλιείς ηδονών που συνωστίζονται στο φανταστικό της κρεβάτι. Για να εφεύρει το ιδιώνυμο ήθος των απόκρεων ως παραμελημένο πλάσμα που αποζητά αθωότητα. Και αθωότητα είναι η πράξη. Η πράξη που βρώμισε ο ντίλερ των εσταυρωμένων και ο Μωάμεθ ευνουχισμένων πιστών. Η θηλυκή ύπαρξη επινοεί παραδείσους, φιλάει σωστά και έντεχνα χωρίς την μπουνταλάδικη υπεροψία του τράγου ανδρός. Αυτουνού που στριφώνει ασύστολα τις μοναξιές του με εικονικά υγρά ανώνυμης μπεμπέκας, μόνο και μόνο για να βγάλει από πάνω τη χυμένη βενζίνη. Τη συσσωρευμένη σοβαροφάνεια και τη ναρκωτική εμπειρία της δουλειάς. Της συνήθειας δηλαδή στο στρατωνισμό των εκκρίσεων . Στον έναν και μοναδικό βίο που θέλει να συλλαβίζεις σωστά τις τρομάρες. Που θέλει καθημερινή παραγωγή ποίησης και προσήλωση στο κυκλοδίωκτο καρδιοχτύπι των λυγμών. Ντυθείτε μπούλες για να τους χαλάσετε την αρχαία τους τάξη. Παίξτε χαρτιά μπροστά στον εσταυρωμένο. Κάντε αυτή τη χαοτική δυναμική των αισθήσεων να λάμψει. Κάντε τις σπουδές σας στις απαγορεύσεις. Χαρείτε αυτό το αγρίμι των σκελιών σας κι αυτό τον προσήλυτο γαμπρό του κεφιού. Αυτές τις ξενυχτισμένες νυφούλες που δεξιώνονται την έμπνευση. Αυτές που κρατούν έναν κόκκινο μπικ ως ρομφαία για να καρφώσουν με λέξεις το χάρο που τους αναλογεί. Αυτές που, το πρώτο τους φιλί είναι η αρχή του βίου και στέκουν έπειτα δια παντός ευπρόσιτες ενώπιον του φαλλού. Εν φαντασία και λόγω. Εν έργω και εν διανοία. Νυν και αεί καυλοπυρέσουσες. Νυν και αεί απείθαρχες στην εντροπία των εκκλησιασμών και των απαγορεύσεων. Νυν και αεί θηλυκές.

ΒΙΒΛΙΑ

Απορίες ενός παρορμητικού

Lucas Cranach the Elder's Charity (1537-50).

Τι κάνουμε όταν χάνουμε τον
κόσμο όταν μας κόβουν τη
γλώσσα όταν το σπίτι μας
γίνεται εξορία όταν δεν έχουμε
Χώρα να χωρέσουμε και χώρο
να χορέψουμε και τα ερωτήματα
γίνονται αρσενικά και θηλυκά
ντόπια και ξένα και το ποτάμι
γίνεται βούρκος και το σώμα
μηχανή τι κάνουμε όταν μας
πλακώνει η Βίβλος όταν μας
σταυρώνει ο εργοδότης όταν
μας χαϊδεύει ο εκδότης όταν
μας φιλοφρονούν κοριτσάκια
τι κάνουμε όταν αντικρίζουμε
τα γυμνά αγάλματα στους Δελφούς
τους γυμνούς πνιγμένους αδελφούς
στις αμμουδιές του Ομήρου και τους
ομήρους στα διαμερίσματα των Αθηνών
τι κάνουμε όταν μας ζητάνε ψιλά
για ψωμί και για γάλα όταν οι
παρθένες μας στέλνουν sms τι
κάνουμε στη Δήλο μεσημεριάτικα
λογαριάζοντας σπασμένους φαλλούς
τι κάνουμε όταν εξηγούμε τα πάθη
μας στους τουρίστες όταν κάνουμε
νυχτέρια για να μπολιάσουμε
στύσεις να αφυπνίσουμε τον τρανό
αλγόριθμο των φιλιών της τι
κάνουμε όταν η λέξη κλειτορίς
βγάζει υγρά στα λεξικά και στα
σεντόνια όταν μια γλώσσα κλώθει
εγκώμια αιδοίων τι κάνουμε όταν
μας δείχνουν με το δάχτυλο όταν
μας φυλακίζουν τα χάδια τι κάνουμε
όταν μας διαβάζουν οι ζοφεροί
κριτές κι όταν μας αναλύουν οι
αυστηρές γκόμενες τι κάνουμε
εννιά μήνες βυθισμένοι στο αμνιακό
μας υγρό και μια αιωνιότητα
πεταμένοι στο χάος τι κάνουμε
όταν δε μας παίρνει ο ύπνος όταν
καλπάζει η βάρβαρη καρδούλας μας
με γενετήσια ορμή τι κάνουμε όταν
μπερδεύουμε τα λόγια μας και
λέμε την αλήθεια όταν ξεχνάμε τα
αισθήματα στη φωτιά τι κάνουμε
όταν οι γυναίκες πάσχουν από
γαμησοφοβία και οι άντρες από
ναρκισσισμό τι κάνουμε όταν
συνηθίζουμε τη συνήθεια όταν
μας νοικοκυρεύουν οι ερωμένες
τι κάνουμε όταν μας σημαδεύουν
τα περίστροφα βυζιά και μας τρίβουν
στα σκέλια τους οι αισχρές λέξεις
τι κάνουμε μπροστά στο λευκό
χαρτί και μπροστά στη μαύρη οθόνη
τι κάνουμε όταν η φαντασία βράζει
στο ζουμί της τι κάνουμε όταν δε
μπορούμε να κάνουμε τίποτε πια
και ζητάμε μονάχα μιαν αγκαλιά
να μας σκορπίσει στα χαντάκια
της αγάπης

bibliotheque

Κοράκια

apodo

Υπάρχει πλέον μια βαθειά, λίαν θρησκευτική προσήλωση στον τρόπο που γίνεται η αποδόμηση προσώπων και καταστάσεων του παρελθόντος. Μιαν ολόκληρη βιομηχανία κατασκευής ψευδών συμφερόντων, προσφέρει τη λειτουργιά της στην μεγάλη τελετή αποδόμησης των ιδεολογιών. Ένα τρυφερό χατζάρι που αποδίδει δικαιοσύνη, βάζοντας στο ίδιο καζάνι θύτες και θύματα. Φορώντας έναν ηθικίστικο πολιτικό μανδύα σκευάζει και συναρμόζει όλες τις συστημικές αποκλίσεις. Καλλιτεχνεί πορτρέτα πεθαμένων. Καρναβαλίζει κάθε επαναστατική πράξη. Στη φοβερή αρένα του θεάματος έχει αμολήσει πανούργους δημοσιολόγους, εξτρεμιστές της δεκάρικης ελευθερίας λόγων και παθών, κουτάβια που πέρασαν εν μια νυκτί απ’ την κομματική γαστέρα στις Εταιρίες. Γιατί πρέπει όλα να γίνουν Εταιρίες. Τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα δημόσια κτήρια και οι κοινόχρηστοι χώροι. Μόνο οι Εταιρίες μπορούν. Μόνο οι Εταιρίες μπορούν να παράγουν. Και μόνο οι Εταιρίες μπορούν να διαχειριστούν το Κράτος. Ο σύγχρονος τρόπος συνύπαρξης επιθυμιών και φαντασιώσεων περνάει μέσα απ’ το δημόσιο πλούτο. Θέλει την Εταιρία και την Τράπεζα να διαχειρίζονται την πείνα, τον οργασμό, την επιστήμη, τη θεολογία με τέτοιο τρόπο ώστε η φορητή εργατική δύναμη των Υποτελών, να διακινείται ως πραμάτεια και να κεφαλαιοποιείται δομικά για να περνάει το σύστημα τις κρίσεις του αβρόχις ποσί. Βουρ, στην αποδόμηση λοιπόν. Για να σε παίξουν τα πάνελ θα πρέπει να κάνεις δήλωση για τον Στάλιν και τον Πολ Ποτ. Να ρίξεις ένα γερό χέσιμο στον Κάστρο και μια ηχηρή κεντροαριστερή πορδή στον Εμβέρ Χότζα. Να κάνεις ψιλοκομμένη πατσά τις ανθρώπινες ανάγκες, να κατασκευάζεις σκιάχτρα και να συναρμολογείς ζόμπι για να φοβίσεις το χάνο μικροαστό. Το μεσαίο που κομπορρημονεί με τις δεξιότητες του τέκνου του. Που απ’ τα Πολυτεχνεία της ενοχικής του νεότητας έγινε ντελιβεράς της αστικής ιδεολογίας. Ένας ημιμαθής γέρος που ανήκει στον Έμπορο. Που στριμώχνει μέσα στον αιμομικτικό του ενθουσιασμό τα πλαστικά του όνειρα, παίζοντας με τα κουβαδάκια του στη φονική άμμο του κοινωνικού αυτοματισμού. Που γλείφει τις κεντροαριστερές σκατούλες και τα νεοφιλελεύθερα δόγματα. Που νιώθει ασφάλεια όταν βλέπει τα λεφτά του να πιάνουν τόπο και τους γενναίους ανθρωποφύλακες του Αιγαίου, να ταΐζουν λαθραίες παιδικές σάρκες τους ένδοξους ελληνικούς βυθούς. Τα ψάρια που θα φτάσουν στα πιάτα των πλούσιων ευρωπαίων, έχοντας στα σπλάχνα τους, ένα κομμάτι των παιδικών ψυχών που δεν τις βρέχει το χρήμα αλλά η ανάγκη για επιβίωση. Η δίψα για ζωή και δικαιοσύνη. Ένας κόσμος χωρίς λαθραίες υπάρξεις και φαντάσματα. Χωρίς πηγάδια με σκοτωμένους και ομαδικούς τάφους στον Έβρο. Χωρίς λυσσασμένους αποδομιστές κάθε ανθρώπινης ανάγκης. Χωρίς τους ξεδιάντροπους ντίλερ των δελτίων που σκηνοθετούν καυγάδες για να πουλήσουν τη μία και μοναδική άποψη. Την άποψη του αφεντικού τους. Επενδύοντας σάλιο και ιδρώτα στην αποβλακωτική συνέργεια του τηλεθεατή. Στη ληθαργική εγκεφαλίτιδα του μέσου πολίτη που συμβιβάζεται με τη μέση κατάσταση και τη μέση παρακμή και τη μέση καταστροφή της ζωής του. Στο μέσο δασκαλάκο που αντί να δαγκώσει το σβέρκο της κυρίαρχης ιδεολογίας είναι έτοιμος να καταδώσει στην ασφάλεια τους μαθητές του, περιμένοντας να αξιολογηθεί και να ανέβει κλιμάκιο. Στο μέσο ματατζή που είναι έτοιμος να σπάσει τα παΐδια του παιδιού του. Στο μέσο πολιτικό βουβάλι που καρατομεί ανθρώπινες υπάρξεις στις λογιστικές φυλλάδες. Στο μέσο εαυτό και στο μέσο χαρακτήρα μας που γέρασε προώρως, παραδίδοντας στα τέκνα μας μαθήματα σκοταδισμού. Περιφέροντας το χαστουκισμένο μας πρόσωπο για να κερδίσουμε ένα ανελέητο καρβέλι. Επαναστατώντας με ψηφιακό σπασμό ελεγχόμενα και νοικοκυρεμένα. Περιμένοντας τους βαρβάρους ως αξιοσέβαστους ευρωπαίους για να βάλουν σειρά στο ρωμαίικο, τους πλούσιους με τα πλούσια ιδρύματα για να προσφέρουν το κρουαζιερόπλοιο της αγάπης στους σεισμοπαθείς και στους άστεγους, το σύνδεσμο βιομηχάνων για να εξαγοράσει με λαπ τοπ τους έγκλειστους μαθητές, τις ελεημοσύνες του σάτυρου ιερατείου που βγαίνει κάθε τόσο παγανιά με την απόχη του για πελάτες, τους φωτισμένους ακροδεξιούς συμβούλους του προέδρου που έχουν σπουδάσει ανθρωποβοσκή στην Αμερική, τους τρέντυ πενήντα οχτώ και βάλε διαμορφωτές συνειδήσεων, ιεραποστόλους της κεντρικής τράπεζας και της κεντρικής ψευδαίσθησης πως ο καπιταλισμός μπορεί να γίνει ανθρώπινος. Αυτούς που όταν βλέπουν μια σπίθα αλλαγής ουρλιάζουν με αραχνοΰφαντα άρθρα και με μιαν ασφαλίτικη αυθάδεια βγάζουν απ’ το ιδεολογικό τους μπαούλο τα περίστροφα, τα σπέρνουν στη Βουλή και στο δημόσιο χώρο φωνάζοντας στο λαό: Ψηλά τα χέρια κερατάδες και σας έφαγα. Εκεί στον καναπέ σας ή σας την ανάβω.

Ποιητική μεταφυσική

met

Κάνουμε ειδική μνεία στα βουνά
και στις θάλασσες. Στους αγρούς που
βγάζουμε τα μάτια μας. Στους τρούλους
που χωράνε τους ουρανομήκεις
οργασμούς. Στα κουζινάκια που
μαγειρεύουμε ομελέτα με μανιτάρια.
Υπερασπιζόμαστε το δημιουργικό
χάρο, αλέθουμε τα μεταδοτικά
γεγονότα και τα μεταδοτικά φιλιά.
Φτιάχνουμε το πορτραίτο μας
γράφοντας άρθρα, εκκολάπτουμε
έναν φανταστικό φίλο κι αισιοδοξούμε
σαν το διάβολο πιστεύοντας πως θα
μπορέσουμε να κάνουμε τους ανθρώπους
χειρότερους, την αμφιβολία να κάνουμε
τέχνη και το γυμνισμό νόμο του κράτους.

Άσμα της λαϊκής

laik

Τη ροδοδάχτυλη αυγούλα τη συνάντησα
στη λαϊκή να ποστιάζει τα μήλα των
εσπερίδων. Το βλέμμα μου διαχειρίστηκε
ευνοϊκά και φευγαλέα. Κι όπως ο πρώτος
στίχος που σου ’ρχεται είναι ο αληθινός
ο ήλιος ο πρώτος η πανήγυρις των
αισθήσεων και τα λοιπά έτσι κι αυτή
η τεθλασμένη οπωροφόρος κόρη
ευλαβικά με παραστράτησε στο ποίημα της.
Στον κόρφο της μ’ έκανε μια νυχτερίδα.
Για τα σκοτάδια ανάμεσα στη γύμνια και
το βαμβακερό μακό. Σαν έτοιμος από καιρό.
Με όλα τα τιμαλφή ευρώ να αγοράσω
τα λίαν πενιχρά λογάκια της. Την ώριμη
λαγνεία των χυμών της. Στην πλαστική
σακούλα μου εγώ σπαρμένος χίλια μάτια
γύρω για την όμορφη. Τόσες βροχούλες
που ζευγάρωσαν με χώμα.

Μονοκοπανιά

monok

διακινδυνεύω να γλιστρήσω στην
άβυσσο να γίνω μαύρο ή λευκό
πλήκτρο να γίνω πιόνι μαύρο ή
λευκό το καθένα απ’ τα Εγώ μου
να περιμένει τη νίκη ή τον όλεθρο
να θριαμβεύει το ένα όταν πέφτει
σε λάθη το άλλο να πάει να με γδάρει
μια κυρά μετά το σεξ στο λουτρό
στο πεδίο της μάχης να μηδενίσει
το κοντέρ τα σπλάχνα να πάει στράφι
το πτυχίο τα γαλλικά το πιάνο η λίστα
με τις απολαύσεις να γίνει κάρβουνο
να διατυπώσω πλήξη στέρηση χορτοφαγία
με τρόπο ποιητικό να μην πάρει χαμπάρι
κανείς τον αυτοκτονικό ιδεασμό και
το μυγόχεσμα στο αμπαζούρ της λάμπας