Χυμοί

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

xymoi

Μπορώ σε μια στιγμή να δρασκελίσω απ’ το πουργκατόριο στον παράδεισο. Μπορώ να σκεπάσω τις φλυαρίες με πέπλα από σιωπές. Μπορώ μέσα στο ποίημα μου να ζευγαρώσω δυο κόσμους. Τη λύπη με τη χαρά. Την κατάθλιψη με την έκσταση. Την τραγωδία με το ξεφάντωμα. Μπορώ ν’ ανάψω αυτό το μαγκάλι από επιθυμίες για να ζεστάνω τις γυναίκες με τις τραγικές κραυγές. Για να ντύσω τη φύση τους με βροχή και αλάτι. Για να φέρει άνθη η πληγούλα τους και να μαστουρώσουν εθνικιστές και προβοκάτορες του βίου. Μπορώ να τρυπώσω στα σεντόνια τους και να βγω σε άλλο κόσμο. Εκεί, που καθετί γίνεται σωματικό και υπερούσιο. Εκεί όπου αρκεί το λεπτεπίλεπτο πάχος ενός φύλλου χαρτιού για να διαβούμε στην άλλη όχθη, κι από μια βαρετή καθημερινότητα να βρεθούμε σ’ ένα κόσμο θαυμάτων. Γιατί τα θαύματα συντελούνται με την επαφή. Το δόσιμο. Το σμίξιμο. Το πολύ και το λίγο χημικό αντάμωμα των υγρών. Τους χυμούς που ρέουν και το λόγο που σκάβει λαγούμια για να περάσει στις καρδούλες το δυναμωτικό σιρόπι της ηδονής. Για να αδράξει η ρητορεία της μήτρας την αλαζονική χυσιά. Για να κλέψει τα μυστικά των Ελευσίνιων ο εραστής, να διώξει τη φοβέρα του θανάτου. Να γίνει ο ιερέας και η ιέρεια. Να γίνει ο κατηγορούμενος της κοινής λογικής. Ν’ αρχίσει το πανηγύρι και ο καρνάβαλος του χαώδους και του αναχρονιστικού. Ν’ αρχίσει το πανηγύρι που δίνει νέα ζωή στις κουρασμένες μορφές. Ο σαματάς. Να βγουν οι ποιητές απ’ τα πιθάρια κι από υμνογράφοι της θρησκείας να γίνουν ασκιά της ποιητικής κραυγής. Να ξεπατώσουν την έρημο με γεωτρήσεις. Να βγουν απ’ τις παρενθέσεις και τα παλιά σάβανα. Να ξετρυπώσουν απ’ τις σπηλιές και τα νυχτέρια. Να γίνουν τόσο φως όσο χρειάζεται η Πυθία των Δελφών για να αδελφώσει τα κορμιά που της ζήτησαν χρησμό. Δηλαδή χρίσμα έρωτος και λαλιάς έρωτος. Δηλαδή ένα μεγαλόσχημο όραμα έναντι του μίσους και του θανάτου. Στο χωράφι εκείνο δίπλα στην πηγή. Και στο λιοστάσι εκείνο δίπλα στους σατανάδες. Και στο λιβάδι εκείνο δίπλα στο ρέμα όπου μπορείς να διαβάσεις τον Όμηρο χωρίς τα δεκανίκια των δυτικών και χωρίς τα ματογυάλια των ειδικών και χωρίς την ψυχρή ανάλυση που δεν έχει καμιά σχέση με τη ζωντανή ποίηση. Με το χιούμορ, τους χυμούς και τα ζουμιά. Εκεί στον τόπο, όπου εμείς οι τυφλοί μπορούμε να οδηγηθούμε απ’ αυτόν τον τυφλό που βλέπει καλύτερα από μας. Εκεί στον τόπο, όπου οι ποιητές σκοτώνουν τα όνειρα μόλις γεράσουν και σε τσιμπούν σαν μελίσσια για να ξυπνήσεις απ’ το λήθαργο της συνήθειας. Να βγεις να κλέψεις άστρα απ’ τη νύχτα και να συντρέξεις τ’ αγάλματα και τα κορμιά που περιμένουν χάδια.