Συνεισφορά στην παγκόσμια ημέρα ποίησης

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

synei

Ένα μεσημέρι κολατσίζαμε κάτω από έναν πεύκο στην αρχαία Ολυμπία. Είμαστε εργάτες που βουλιάξαμε σηκώνοντας τις μεγάλες πέτρες. Κατεβάσαμε κήλη, κρέμασαν τ’ αρχίδια μας. Γελούμε τρώγοντας ελιές ξιδάτες. Και δεν υπάρχει ποίηση χωρίς ελιές ξιδάτες.

***

Πάνω της έχουνε χύσει χιλιάδες αρσενικά. Στο πρόσωπό της έχουν εκσπερματώσει εκατοντάδες καυλωμένοι άντρες. Μπορεί να μιμηθεί όλα τα πρόσωπα κι όλα τα όντα. Μπορεί να υποδυθεί τον άρχοντα, το στρατηγό, το νομοθέτη. Μπορεί να υποδυθεί τους γαμιάδες της. Μπορεί να υποδυθεί το σύμπαν ολόκληρο, το πουλί που κελαηδεί, την κίνηση των νερών, το φλοίσβο των κυμάτων.

***

Ένας γέρος ξεψύχησε πάνω στο κλάσιμο. Η νεκροψία έδειξε πως η πορδή δεν κατάφερε να βγει. Αργότερα όταν τον μετακινούσαν και τον τέντωναν για να τον ετοιμάσουν για την κηδεία ακούστηκε μιαν υπέροχη ένδοξη σπαρταριστή πορδή.

***

Απ’ τα στεφανωμένα με κοράλλια μακρινά νησιά του Ειρηνικού ως τις ακτές της Αυστραλίας κι απ’ το Μπαγκλαντές μέχρι τη νέα Ορλεάνη, οι πρόσφυγες τρέχουν όπως τα δάκρυα πάνω στα μάγουλα της γης. Χωρίς καμιάν επιθυμία να φορτωθούν άλλους μπελάδες εκτός της ύπαρξής τους.

***

Μια νύχτα που το μουνί της ήταν υγρό και τα λευκά φεγγαρόλουστα σεντόνια μύριζαν φρεσκάδα ανοιξιάτικου αγρού και το κορμάκι της πάλλονταν απ’ το βουητό και τον ψίθυρο των εντόμων της καύλας άκουσα τ’ όνομά μου απ’ τα χείλη της λες για πρώτη φορά, τ’ άκουσα μ’ έναν τρόπο που ακούει κανείς τον άνεμο ή τη βροχή, ξέπνοο και μακρινό, όχι σα ν’ ανήκει σε μένα αλλά στη σιωπή απ’ την οποία είχε έρθει και στην οποία θα πήγαινε.

***

Είναι γκόμενα μισχοειδής και βλαστική, ανεβάζει θαυμαστά χυμούς, πετάει χλωρά κλαδιά και φύλλα μου είπε ο κισσός για τη γυναίκα-λουλούδι.

***

Ο κατηχητής διαβάζει ένα εδάφιο απ’ τον Εκκλησιαστή: όστις σκάπτει λάκκον, θέλει πέσει εις αυτόν και όστις χαλά φραγμόν, όφις θέλει δαγκάσει αυτόν. Διακόπτει τότε χαϊδεύοντας τα γεννητικά όργανα των μικρών αγοριών κι ευθύς αμέσως συνεχίζει: ποιος ανεζήτησε τον αποδιοπομπαίο τράγο και έρριψε την αμαρτία στην πλάτη του;

***

Έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο ένας μεσ’ τους πολλούς άγνωστος μεταξύ αγνώστων τουμπανισμένος από θάνατο πορνογραφίες εκμαυλιστές εκφωνητές πειραματιστές εγκεφάλους μυστικούς δείπνους κομμένες γλώσσες ρήτορες βερνικωμένα κέρατα και φωτισμένες δεσποτείες. Ακάθαρτος φαλλόδοξος λωλός. Ανώνυμος μεσ’ τις άπειρες αρρώστιες του αιώνος, εις τους αιώνες των αιώνων. Κλεπταποδόχος ο Καιρός των ηρώων.

***

Ρέω μέσα σ’ αυτόν τον αιώνιο αιμομικτικό κύκλο της επιθυμίας. Είμαι γεμάτος από ούρα που ξεχύνονται ζεματιστά, γεμάτος από αίμα κατακόκκινο και πικρό, από βλεννόρροια που ρέει ακατάπαυστα, από σκατά, από έναν απέραντο οχετό λέξεων, από έναν ορμητικό ποταμό προτάσεων, από ρέον σπέρμα και φωσφορίζοντα έμμηνα, έκλυτος και διαλυτός από καταβολής οδηγημένος στο θάνατο στο λιώσιμο και στην αγία αποσύνθεση.