Ορατών και αοράτων

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

111

Είναι το χρώμα που φοράς από
φριχτά τραύματα. Αλλά εδώ δεν
κάνουμε μελό, κάνουμε ποίηση.
Κόρη πεισμωμένη με άγριο ύφος,
συνωμοτικά στην υψηλή σου εξουσία
συντρέχω. Βγάζω φλύκταινες και
τις συσκευές απ’ τις μπρίζες. Στη
μασχάλη σου ξεπέφτω. Σου μιλώ
και σε λιώνω. Σα φεγγαράκι στη
θαλπωρή του. Εγκώμια λαίμαργα.
Στίχους ζωγραφισμένους με
καρδούλες. Ότι λάμπει ο ήλιος ξέρω
ανάμεσα στους μηρούς σου.
Αμαρτίες των πρωτοπλάστων
και ιδίοις αναλώμασι ρημαδιό.