Anus mundi

Banksy1

Είναι πολλά πράγματα που πρέπει να θυμόμαστε και πολλά που πρέπει να ξαναπούμε. Βεβαίως, πρωτίστως, είναι εκείνο το σπουδαίο και σκατένιο εθνικό όραμα των άθλιων ολυμπιακών αγώνων που άφησαν τα σάλια τους πάνω στο δέρμα του νεοέλληνα. Αν πιστέψουμε μάλιστα και την κοσμική Ουάσινγκτον πόστ, πως, η ανθρωπότητα οφείλει στους Έλληνες πολλά, γιατί χάρισαν σ’ αυτή τους ολυμπιακούς αγώνες, ε τότε θα σκίσουμε τις κιλότες και τα σώβρακά μας. Φυσικά ότι έμεινε να σκίσουμε, αφού ο πατριωτισμός του πολιτικού συστήματος υποκλίθηκε μπροστά στην πολυεθνική μαφία της κεντρικής τράπεζας και του ΔΝΤ αλλά και του ντόπιου μεγαλοϊδεατισμού της αστικής τάξης. Κάθε ξέκωλης κυρίας μεγαλοβιομήχανου ή εφοπλιστή, που ως ιέρεια αυτής της ένδοξης και πανανθρώπινης ιδέας, δούλεψε με πατριωτικό σθένος για να γίνει η χώρα και πάλι το κέντρο της ανθρωπότητας. Δηλαδή το μπουρδέλο στο οποίο ξαμολιούνται κάθε τόσο τουρίστες για να γαμήσουν. Άντε να χαζέψουν και τα αρχαία. Άντε να φάνε και σουβλάκι κάτω απ’ τον ιερό βράχο. Σ’ αυτή τη χώρα που τα φαραωνικά έργα και η γιουροβιζιονική μαλακία κάνει τον έγκλειστο άνεργο ή ενεργό δουλοπάροικο, να φουσκώνει σαν παγώνι από εθνική υπερηφάνεια. Τώρα ακριβώς που το σύστημα περνά την κρίση του και καλεί τα θύματά του, τους πατριώτες δηλαδή, να δώσουν αίμα, τουτέστιν φόρους, να πουλήσουν τα σπουδαγμένα τους παιδιά κοψοχρονιά στο εξωτερικό ως κρέατα, να στήσουν κώλο στην εξουσία που αποφάσισε να βάλει σειρά, να στηθούν στα συσσίτια περιμένοντας ένα πιάτο φαΐ-γιατί δε μαγειρεύεις εσύ καλά και θα σου ετοιμάζουμε εμείς το φαγητό μαλάκα, αρχιεπίσκοποι, δεσποτάδες, δήμαρχοι, υπουργοί, γραμματείς και φαρισαίοι, που ξέρουμε καλά από ανθρώπινη μαγειρική και πορνογραφία του πόνου-, να περιμένουν ένα ξεροκόμματο ως κοινωνικό μέρισμα, να πηδήξουν απ’ την ταράτσα. Τώρα ακριβώς που, σχεδόν όλη η κομματική σκατίλα καλεί τους ψηφοφόρους να αντικαταστήσουν τους κακούς με τους καλούς διαχειριστές. Ένα διαιωνιζόμενο σύστημα που μεταλλάσσει τους ανθρώπους σε πελάτες και σε οπαδούς, δηλαδή σε πρόβατα και αναλώσιμους καταναλωτές κάθε αυταπάτης. Φίλαθλοι δεμένοι στο άρμα μιας εθνικά υπενδεδυμένης παγκόσμιας αποβλάκωσης, ένας κατά παραγγελία μικροεθνικισμός στην υπηρεσία της μονοκρατορίας των εταιριών. Ω ναι, οι εταιρίες σού έχουν μαγκώσει τ’ αρχίδια φιλελεύθερε μικροαστέ, εκεί στη λαμπρή εξέδρα του Κέρδους, βάζοντας φιτίλι σε κάθε καταπιεσμένη σου ανάγκη και σε κάθε κοινωνικό σου αυτοματισμό. Πάντα για την Ιδέα. Το έθνος, τη θρησκεία, τη φυλή, την πατρίδα. Αυτή την κατασπαραγμένη και ανύπαρκτη πλέον Πατρίδα, την παραδομένη στα κοράκια της βρωμερής καπιταλιστικής ανάπτυξης, που δεν κοιτάζει ανάγκες αλλά τιμές στο χρηματιστήριο και δείκτες αγοραπωλησίας εργατικής σαρκός. Αυτής της δολοφονικής ανάπτυξης που αφήνει τη μεγαλοπρεπή κουράδα της απ’ την Νέα Υόρκη μέχρι το Νέο Δελχί. Αυτής της μεθοδικά ανελέητης διαφθοράς του έσπα. Αυτής της ξεκωλιαστικής δουλοπρέπειας κάθε καταπιεσμένου και κομπλεξικού όντος που θέλει να γίνει δήμαρχος, βουλευτής, σύμβουλος, υπουργός, αξιολογητής ή αρχιβασανιστής των άλλων. Αυτού του αισιόδοξου χοντρομαλάκα που έχει τυπώσει καρτούλες με τη σκατόφατσά του και μολύνει το σύμπαν. Αυτού που κομπορρημονεί για τις δεξιότητές του, τις σπουδές του και το μουνί της μάνας του. Αυτού του άθλιου τύπου ανθρώπου που διαλαλεί πως είναι ο εαυτός του, δηλαδή ένα κτήνος. Ένα κτήνος που θέλει να μας κάτσει στο σβέρκο.

Χαρμoλύπες και άλλα δεινά

xarmo

Τα βουλεβάρτα που έστησαν οι καμπόσοι εκλεγμένοι, για να μοιράζουν άξιους μισθούς και επιδοτήσεις στο εκλογικό σώμα εγίναν παρακράτος που λικνίζεται ως μαστοφόρο ξέχειλο που θα πάρει τη ρεβάνς. Οι κοπέλες στα διόδια και τα κεπ, που κρατάν από σκούφια πατερφαμίλια της δεκαετίας ογδόντα, λούμπεν ημιαγρότη που έγινε αστός από τροφοδότη λογαριασμό και δάκρυσε όταν ο Αντρέας έκανε νόημα στη Μιμή, δαμάζοντας το εξήντα τοις εκατό του λαού, που ο γαμίκος ηγέτης σαγήνεψε τόσο που ν’ αφήσει κουτάβια, γιους, ανεψιούς, προικιό στη διοίκηση του κράτους, με παρακαταθήκη σωματοφύλακες υπέρβαρους από κάθε άποψη, ετοιμοπόλεμους απέναντι στα μανιφέστα και τα φαντάσματα του παρελθόντος. Στη σαλεμένη αίσθηση του πολίτη, που είναι μάνταλο της υποχονδρίας του κράτους, αθροίζονται τα μεγάλα έργα, οι ζεύξεις, το λαύκα και η ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Οι αρχηγοί των αριστερών συνασπισμών που παίξαν απταίστως το ανάχωμα, γίνονται χαφιέδες σε μη κυβερνητικές ή πρόεδροι της πανάθας. Το βασικό μάθημα του πρώτου έτους στα οικονομικά της Αμερικής είναι το, κερδίζεις πιο πολλά απ’ τους φτωχούς παρά απ’ τους πλούσιους.  Αφού οι ομάδες και τα κομματικά μαντριά είναι ένα και το αυτό δε χρειάζεται παρά ένα χιλιοστό ρητορείας για να απογειωθούν. Ο ηγέτης με το κουστούμι ή το ζιβάγκο, τη χλαμύδα ή το φεσάκι, είναι ο επώνυμος της ιστορίας που’ χει μούρη δουλεμένη στο φωτοσόπ και παίρνει αποφάσεις περί ζωής ή θανάτου, με την ευκολία που ρεύεται ή αφοδεύει τα όποια βιολογικά. Επιπλέον οι σπόνσορες ανταλλάχτηκαν με νομάρχες και βουλευτές. Τα σουραύλια της διανόησης πιάσαν σκοπό ιδιωτικής πρωτοβουλίας, φιξάροντας με αλαξοκολιές τα λάιφ στάιλ έντυπα που εγίναν φρί πρές και δε χρειάζονται μανταλάκια και περίπτερα παρά μονάχα το γυφταριό της μεσαίας τάξης που ανάλογα το διαφημιστή καταναλώνει και ιδέες. Οι ιδέες βεβαίως είναι τζάμπα, παρόλο που διαφεντεύουν ολόκληρο τον υλικό πολιτισμό και στα καμίνια τους παίρνουν αξία τα όποια επιτεύγματα. Από την πλαστική στήθους μέχρι την ανοιχτής καρδιάς κι απ’ τα δέντρα του Τσόκλη μέχρι την περίοδο της Αννίτας Πάνια, τα διαχειρίζονται λέξεις, δηλαδή ιδέες, δηλαδή ακαδημίες και διδακτορικά. Η σύγχρονη εργατιά καλουπώνει οικοδομές, γνωρίζει δυο γλώσσες, κυνηγά πιστοποίηση άιζο και συστατικές επιστολές για να δελεάσει αφεντικά κι εταιρίες. Η νεολαία με τη γνωστή τάση προς τα γεράματα, θα ψηφίσει επίσης πατριωτικά και άδολα θα βγάλει το τεί της και θα ψάξει να βρει δουλειά με γνωστούς και αγίους και μπαρμπάδες θεωρητικούς και πρακτικούς που προτάσσουν την δουλική  ατάκα του δεξιού, πως, μονάχα οι τεμπέληδες δε βρίσουν δουλειά κι άλλα νόστιμα και αιθέρια. Αφού οι πλούσιοι και ευσεβείς Εβραίοι αγόρασαν κοψοχρονιά το σοσιαλισμό και βρήκαν δουλειά στο σκιάχτρο που ‘χε πατέρα πρωθυπουργό, πρωτοκλασάτο λαοπλάνο, κάνοντας τους κατάκοπους μεσαίους καταθλιπτικούς κι όλες τις εργάσιμες ίδιες, αφού δε μένει τίποτε άλλο εκτός απ’ την στοργική αγκαλιά της ακροδεξιάς και τις γκρίνιες, τώρα που το σύστημα ξεχείλωσε τις κοιλιές και πλαδάρεψε τα μυαλά, όπου και να σας βρίσκει το κακό αδερφοί μνημονεύετε Σωτηρία Μπέλου, που λίγο πριν ξεψυχήσει φώναζε σε γιατρούς και νοσοκόμους << γαμιέστε; να γαμιέστε παιδιά όσο μπορείτε. Αυτό είναι η ζωή>>.

ΒΙΒΛΙΑ

Εμείς, τα μανεκέν

ceb4cebfcebaceb9cebcceb9cebf

Θυμάμαι πως έγραφα πάντα κυνηγημένος. Το γράψιμο δεν θεωρείται εργασία απ’ την επίσημη εκκλησία γιατί δε φέρνει φράγκα όπως η αντιπροσωπία αυτοκινήτων ή το χαμαλίκι στην οικοδομή. Όποιος γράφει είναι συνήθως ύποπτος ή πούστης. Το γράψιμο είναι για χασομέρηδες αστούς, για νοικοκυρές που στα διαλλείματα της συζυγικής ανίας γράφουν στιχάκια για τις σκόνες, για συνταξιούχους δασκάλους και ψώνια με μούσι. Οι σχέσεις της οικογένειας με την κοινωνία, μολονότι έχουν γίνει λιγότερο συνεκτικές, εξακολουθούν παρ’ όλα αυτά να αποτελούν το μέσο για να δούμε λιγάκι πιο καθαρά αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Η μαμάκα κι ο μπαμπάκας στην αρχή θα σε στοιχίσουν με το μέσο όρο κι ύστερα η γυναικούλα και τα ντουβάρια της εστίας θα σε κάνουνε κοινωνικό σκατό. Επικίνδυνος είναι αυτός που έρχεται ως απόλυτος άρχοντας να επινοήσει, να κατασκευάσει και να δώσει ζωή στις ιδέες. Αυτός που αβγατίζει τις απροσδιοριστίες του αποδεκτού.

Στο τέλος της δεκαετίας του ογδόντα υπήρχαμε ουκ ολίγοι νεαροί ρομαντικοί που το επάγγελμα του ποιητή σήμαινε για μας να φουμάρουμε ναργιλέδες και να πίνουμε βότκες κοιτάζοντας σκεπτικοί τις λευκές σελίδες όπως ο ζωγράφος το γυμνό μοντέλο με μια απληστία όχι πάντα αισθητικής τάξεως, σ’ ένα δώμα επιπλωμένο ανατολίτικα όπου οι φίλοι το έριχναν στους διαξιφισμούς ανάμεσα στην αναχώρηση του ποιητή που έγραφε δημοφιλή μανιφέστα και στην άφιξη του δεξιοτέχνη του συρμού.

Οι πατεράδες μας ήταν ιδιοκτήτες νεοτερισμών αγρότες εμπορικοί αντιπρόσωποι ψήστες κουρείς αρτεργάτες. Θα έπρεπε άραγε να ξέρουν πως τα αδέξια αγόρια τους τα συνεσταλμένα σαν παρθένες που ανακάλυπταν τον ηδονισμό και την καλοζωία, πράγμα που αποτελεί κατάλληλο υπόβαθρο για μια ζωή εμπόρου, ήταν γεννημένοι ποιητές; Κι είχαν τόσο άδικο να μας απαγορεύσουν να ασκήσουμε το επάγγελμα του ποιητού; Μήπως δεν γνώριζαν στις συναναστροφές της αγοράς πενήντα πατεράδες που είχαν ενεργήσει όπως κι εκείνοι και των οποίων τα ιδιοφυή τέκνα επέστρεφαν έπειτα από μερικούς μήνες να μετράν με τον πήχη υφάσματα, να ζυγίζουν αλατοπίπερα, να κρατάνε λογαριασμούς , να τυλίγουν πίτες με γύρο ή να ξουρίζουν το χωροφύλακα της γειτονιάς;

Ο μικροαστός της δεκαετίας του ογδόντα ήταν ένας καλός πολίτης. Κι οι πατεράδες μας ήταν οι καλλίτεροι απ’ όλους. Χρειάζεται να αποτρέπουμε απ’ την ποίηση όποιον δεν είναι γεννημένος να γίνει ποιητής. Όποιος είναι γεννημένος να γίνει ποιητής θα ασχοληθεί με την ποίηση παρά την αντίδραση των πάντων και εναντίον τους. Και ίσως να γίνει ακόμη καλύτερος ποιητής αφού το ζωντανό του ένστιχτο θα έχει καταπιεστεί για περισσότερο καιρό και με μεγαλύτερο πείσμα.

ΒΙΒΛΙΑ

Απορίες για τους μοντέρνους καιρούς

apori

Πόσα λίγα ξέρουμε για τα γράμματα
και τις τέχνες. Τις φιλενάδες μας και
τους απέραντους ήλιους. Πόσα λίγα
ξέρουμε για τον έρωτά μας και το
σπέρμα μας. Για το καλοκαίρι που
έρχεται αγέρωχο, για το βελούδινο
βλέμμα του θανάτου. Πόσα λίγα
ξέρουμε για τη γλώσσα μας όταν
παίρνει θέση μάχης απέναντι στα
ιδιότροπα βυζάκια και για τους
γρίφους της ιστορίας. Πόσα λίγα
ξέρουμε για τα κορμιά που θα
πέσουν στις μάχες και θα τα
σκεπάσουν τα λευκά σεντόνια των
νικητών. Πόσα λίγα ξέρουμε για τη
λογοτεχνία που γράφουμε και
τη στέλνουμε νυφούλα σε ξένη γη,
σε ξένα μάτια και σε ξένη ερημιά.

Εγώ, ο λίβελος

underground 1995 real : emir kusturica miki manojlovic COLLECTION CHRISTOPHEL

Οι βεβαιότητές μου είναι και οι μικρές μου τραγωδίες. Αν εγώ, ο μικρός και μέγας ανίσχυρος δε στοιχίσω το γραφτό μου με το παγκόσμιο ποδοβολητό είμαι χαμένος. Ο λίβελος μπορεί να φαίνεται κάτι αποτρόπαιο μα είναι ιαματικός. Ο λίβελος έχει την οργή και το όργιο που σε κρατούν ζωντανό. Είναι πρώτης σειράς στασίδι στην εκκλησιά της γλώσσας. Δεν έχει λήθες, ταπεινοφροσύνες και γλυκερά αισθήματα. Όσο τιποτένιος κι αν είναι διαλαλεί πονετικά το ξεχαρβάλωμα της ύπαρξης. Γράφεται για να ξεβγάλει διαπιστώσεις και βεβαιότητες, διαιωνίζοντας έναν δημιουργικό θυμό που κάνει λογοτεχνίες και φιλοσοφίες και πουτανιές. Ο λίβελος είναι συστατικό της λογοτεχνίας και της ποιητικής του συναισθήματος. Θυμίζει πως η ζωή είναι ένα ακριβό σχολείο. Πως τα μαθήματα είναι πανάκριβα. Πως στη ζωή δεν έχει δωρεάν παιδεία. Πληρώνεις και μαθαίνεις. Δεν πληρώνεις, δεν μαθαίνεις. Ο λίβελος φανερώνει πως η ιστορία είναι ένα αλώνι γεμάτο γαϊδουρομούλαρα που κλωτσά το ένα το άλλο. Δαγκωματιές, ακρωτηριασμοί, καρφιά. Μπόχα και δυσωδία και φριχτοί πόλεμοι και πάθος για νέα σφαγή. Ο λίβελος χρησιμοποιεί τη γλώσσα ως ιδεολογικό όπλο ενάντια σε κερατιάτικες κατεστημένες βεβαιότητες. Σε μαθαίνει να γράφεις και να αυτοαναιρείσαι. Να ξορκίζεις την αταξία γύρω σου με το δικό σου τρόπο χρησιμοποιώντας το σκοτεινό θάλαμο του μυαλού. Ο λίβελος μπορεί να αρχίζει παρωδώντας ένδοξους κομμένους λαιμούς που έπεσαν για την πατρίδα και να τελειώνει ειρωνευόμενος το πανδαιμόνιο αλληλοεξόντωσης για του Χριστού την πίστη την αγία. Μπορεί να στήνει έρωτες και να γκρεμίζει άμβωνες. Ο λίβελος ακόμη κι αν είναι μνησίκακος και φορτικός και άδικος δεν προκαλεί κακό διότι εξαρχής και προγραμματικά αυτοσυστήνεται ως τέτοιος. Την λύσσα του και την ωμότητά του την έχει προμετωπίδα κραυγάζοντας πως δεν κόπτεται δήθεν για δικαιοσύνη και αλήθεια αλλά για να ξεφτίσει βεβαιότητες επικαλούμενος μοιραία άλλες βεβαιότητες συνήθως κατάπτυστες και άσεμνες και μη αποδεκτές. Ο λιβελογράφος είναι ένα πληγωμένο ζώο. Κι η αλήθεια του πληγωμένου ζώου είναι η επιβίωση. Να βρει ανάσα, να κρατηθεί στη ζωή. Κι αν κρατηθεί στη ζωή να υπενθυμίσει, να ξεσκεπάσει το δόλο αρχόντων και δούλων, αρχιερέων και μη. Ο λίβελος είναι κατεξοχήν συγκρουσιακός. Ο λίβελος είναι το αληθινό όπλο των εξεγερμένων. Των συγγραφέων και των ποιητών που δεν αποδέχονται τη χλαπάτσα του διαφημιστή και το ρεμπελιό των ευνούχων αστών. Ο λίβελος υποκλέπτει τη ζωή για να στοιχειώσει τα δικά του φαντάσματα. Ο λιβελογράφος διεγείρεται απ’ την ταπεινή τέχνη του χαρτογράφου που ανατρέπει τα ονόματα των πραγμάτων άρα και τη θέση τους άρα και τις βεβαιότητες που απορρέουν απ’ το αεικίνητον της εξουσίας. Ο λιβελογράφος προκαλεί τη μήνιν του παντοδύναμου αυτοκράτορα αφού γίνεται το ανελέητο μάτι των τυφλωμένων υπηκόων του. Ο λιβελογράφος είναι ο σεσημασμένος ηδονιστής που όσο πιπέρι κι αν του βάζουν στη γλώσσα αποθηριώνεται εσχάτως, αντιστεκόμενος με μιαν αμετακίνητη προσήλωση στην ουτοπία, που λέει, κι αν με σκεπάσει εμένα ο θάνατος θ’ ακούγεται από πάνω μου αιωνίως το ποδοβολητό της ζωής. Τίποτε μάταιο κι όλα μάταια. Αγώνας ενάντια στους διαστρεβλωτές και τους ψευδομάρτυρες της ζωής. Μην πιστεύεις σε θεούς δαίμονες και ήρωες. Γίνε θεός δαίμονας και ήρωας. Η μεγάλη έκρηξη δεν υπήρξε ποτέ. Άπειρες εκρήξεις μονάχα στον άπειρο κυκλικό ορίζοντα. Σπέρματα αλλαγές διαπορθμεύσεις στη γλυπτή αρμονία του σύμπαντος. Πέρα απ’ την παραφορά και την υπόσχεση, το έλεος, την ευφροσύνη και την ευσπλαχνία, τους γάμους, τους θανάτους και τις λατρείες υπάρχει ο λόγος που χορδίζει την ανάγκη για ποίηση εξέγερση κι αθώο λυτρωτικό γαμήσι.

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΒΙΒΛΙΑ

Υπέρ των καρπών

karpoi

Είμαι αυτό που είμαι και δε μπορώ
να γίνω αυτό που δεν είμαι. Έμαθα
να γράφω και να κολακεύω τον
ήλιο, σε κάποια σκέλια δημιουργικής
γραφής. Έμαθα να γεύομαι την
όμορφη τρέλα και την παρδαλή ζωή.
Το λογισμικό που έχει μέσα του
θάλασσα αγριεμένη και το λεξικό
με τα χίλια γλυκά φαρμάκια. Έμαθα
να διαβάζω λέξεις κάτω απ’ τα
φουστάνια και να συλλαβίζω το
σπαραγμό της αγάπης. Έμαθα τα
ωραία ψέματα της ποίησης απ’ τις
αλήθειες της ζωής. Έμαθα το
παράλογο, μεθοδικά και ανελέητα.
Πάντα με σιωπή και πάντα με καύλα.
Για να γίνει ο έρως βρόγχος στο
ποιηματάκι, να κάνει το ωμέγα του
όμικρον. Μια τρύπα φοβερή για να
εκπυρσοκροτήσει η ψωλή. Μια τρύπα
για να φωλιάσει το ουρλιαχτό στο κορμάκι.

Μεθεόρτια

mwu

Δεν έχω να γράψω τίποτε.
Ονειρεύομαι όμως πράγματα πολλά κι επικίνδυνα.
Πολλοί δε με διαβάζουν γιατί έχουν άλυτα προβλήματα.
Άλλοι τόσοι δε με διαβάζουν γιατί έχουν ακούσει άσχημα λόγια για μένα.
Για παράδειγμα αγαπώ τα λουλούδια κι όχι το θεό.
Αγαπώ τη γυναίκα κι όχι το γάμο.
Είμαι ο κουμπάρος αυτής της ψείρας με το σβέρκο ενός χωροφύλακα.
Γιατί τα σώματα ασφαλείας έχουν ψείρες.
Και γιατί δεν τους αρέσει η κλασική μουσική.
Και γιατί αυτοί οι χωροφύλακες είναι παμπόνηροι άνθρωποι.
Εκπαιδεύουν σκυλιά να μυρίζουν την ηρωίνη.
Και την ανθρώπινη σάρκα στα ερείπια μετά τους βομβαρδισμούς.
Κι ο πάπας κάθε χρόνο πλένει τα πόδια δώδεκα γερόντων.
Βάζει όλη του την αγιότητα κι όλη του την τέχνη.
Κι ύστερα κλείνει τα μάτια για να δει καλύτερα.
Κι ύστερα τον συνοδεύουν οι χωροφύλακες στο Βατικανό.
Με τα σκυλιά τους να ψάχνουν για βόμβες.