Αγρυπνίας εγκώμιο

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

agr

Είναι πρωί και γράφω το τελευταίο
μου ποίημα. Αυτό που δεν πρόκειται
να το διαβάσει κανείς. Αυτό που θα
μείνει απούλητο, αυτό που θα δώσω
προικιό στο γιό μου για να δολώνει
κορίτσια. Και θα γράψω στη διαθήκη
μου, ως λαίμαργος κηδεμών, πως
υπήρξα ο Νταβέλης σου ποίηση,
ο νταραβεριστής, που άφησα
τ’ ανάσκελα τόση ανθοφορία. Τόση
φύρδην μίγδην σεμνή πορνογραφία.
Εγώ, ο ζορισμένος απ’ τα κοινά
φαλλοκράτης. Το κουμούνι της
μανίας του ερωτά σου. Εγώ ο μέθυσος
ιχθύς, που αγκίστρωσα πολλές γυμνές
υπάρξεις. Σκιαγμένες από συμβούλια
ιατρών, λοβοτομές, εκτρώσεις. Εγώ
που δημοσίευσα ισολογισμούς
υγράδας ανυπόληπτης. Κι έγινα
καταδότης ποσοστώσεων λαγνείας.
Γραφομανής τσακισμένος που
κατευνάζω νυχτέρια. Σόλοικα
αφήνοντας πίσω, εγκώμια θηλυκών
που δε γνώρισα.

Είναι πρωί και
γράφω το τελευταίο μου ποίημα.
Πάντα πρωί γράφω το τελευταίο
μου ποίημα. Δολοφονώ εν ψυχρώ
τον κερδώο Ερμή και παριστάνω
τον λόγιο. Πνέω τα λοίσθια
του οργασμού άλλων. Της αγρυπνίας
μου ο υποτροπιάζων ερωτισμός
ευδοκιμεί την αυγούλα. Πάντα
πρωί πυροδοτώ τη μνήμη
γράφοντας το τελευταίο μου
ποίημα. Όπως τυλίγει ο μελλοθάνατος
σε μιαν εφημερίδα, τα τιμαλφή
της μοναξιάς, για να τα δώσει
στους οικείους ο δεσμοφύλακας
Καιρός.