Μαθήματα στοιχειώδους ταξικής συνείδησης

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

mauhma

Όταν εμείς, τα ποιητικά βρέφη, πήραμε χαμπάρι την φιλοσοφική αποστροφή του Φουριέ, πως οι έλξεις, δηλαδή, εναρμονίζονται με τα πεπρωμένα τους, γυρίσαμε σελίδα ή αλλιώς το σκάσαμε νύχτα απ’ το βρεφοκομείο. Κι αφού αναπολήσαμε την φτώχεια μας και ψηλαφήσαμε τις παράφωνες κραυγές των πατεράδων μας, αρχίσαμε αυτό το γράψιμο, που εδώ σ’ αυτό το μικροαστικό σύμπαν λογίζεται ως προϊόν νωθρότητας και δειλίας. Θιασώτες εμείς, μιας εκρηκτικής αρμονίας που πλησιάζει, μιας σκληρής και άγριας νύχτας με φόνους και σάπια δόγματα, μιας λατρείας σκοτεινών άστρων και προκαταλήψεων. Πιστοί, γδαρμένοι απ’ το σουγιά του θαυματοποιού, γονατισμένοι και φοβικοί, μαγαρισμένοι από το όπιο της μεταφυσικής, χωνεμένοι μέσα στις δροσερές ψιθυρίζουσες καμπάνες του ιεροκήρυκα. Ομοιόμορφα πατικωμένοι από μικροιδιοκτησία και μικροπάθη. Ένα είδος υπαρξιακού τζόγου. Μια νοοτροπία στρατηγού οικογενειάρχη, που η εξουσία τού χάρισε αυτό το πεδίο επιρροής. Αυτό το φασματικό μαστίγιο της τακτοποιημένης ζωής και της κοινωνικής ειρήνης. Μιας ειρήνης άκρως πολεμικής και άκρως νεκρικής. Ένα αδιάκοπο μουρμουρητό κοινωνικού σεισμού κάτω απ’ το σπίτι του οικοδόμου και του μικροπωλητή. Κάτω απ’ τα οικιακά Κινέζικα σπήλαια και τα μαγαζιά που μυρίζουν υγραέριο και βραστό κρέας. Που μυρίζουν δυστυχισμένα παιδιά και μισοπεθαμένα ζώα. Ανασφάλιστη εργασία. Μαθητεία. Κακομοιριά. Συντρίμμια. Ξεσχισμένες ψυχές και τσακισμένες σάρκες. Αυτός ο φοβερός ζυγός της πλουτοκρατίας έχει αληθινά επιστημονικές αρχές. Έχει γαλουχήσει τον προλετάριο με αυταπάτες. Έχει κάνει κλύσμα στο νεόπτωχο άνεργο και στην καταθλιπτική νοικοκυρά. Έχει κάνει ανεκτή στα μάτια του μικροαστικού όχλου, αυτή τη συνθήκη της εκμετάλλευσης κι αυτή τη θεσμική ελεημοσύνη προς τους απόβλητους πληθυσμούς. Εκείνα τα όντα που μπορούν να το βουλώσουν με ένα πιάτο φαί, συνεπικουρούμενα απ’ τη χριστιανική ρουφήχτρα που με προφητική υποκρισία μιλάει για υπακοή και μετάνοια. Εκείνα τα όντα που δεν διαβάζουν, δεν ακούν και δε μιλάνε. Εκείνα τα όντα που οι σάτυροι του τηλεοπτικού αισθησιασμού τα σέρνουν απ’ τη μύτη κι απ’ το βυζί κι απ’ το λοβοτομημένο τσουτσούνι της επιθυμίας. Ένα βλαμμένο κοινό που σταυροκοπιέται γελοιωδώς σα να ξύνει το στέρνο του, περνώντας κάτω απ’ το θεόρατο σταυρό της υποταγής με το γιωταχή του. Βρίζοντας, κραυγάζοντας, γκρινιάζοντας, χορεύει και κλαίει πάνω απ’ τα συντρίμμια του. Πάνω απ’ το πηγάδι με το μαγαρισμένο νερό. Εκεί όπου οι μεγαλοφυΐες αποτεφρώνονται πριν ανθίσουν κι απομένει μονάχα ο δικός μας χορός σπινθήρων στο σκοτάδι.