Γιατί οι κοινοί θνητοί θέλουν να πιάσουν τα βυζιά της Βασιλομήτωρος

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

giati

Η εποχή μας έχει αυτή την παράλογη πικρή γεύση από μουχλιασμένες παιδαγωγικές θεωρίες. Από πρόσκαιρα ψυχολογικά δράματα, σκηνοθετημένα από δραστήριους ιδιώτες χειραγωγούς. Έχει ενήλικες που παιδιαρίζουν αναζητώντας τη χαμένη τους παιδικότητα στην πορνογραφία. Χωνεμένους στα βάθη του χθόνιου βιοπορισμού. Ζαλισμένους απ’ την αστική ελευθεριότητα, που εκθέτει σε δημόσια θέα το σώμα που έγινε εμπόρευμα και την έλξη που έγινε καταναγκασμός. Αυτό το σώμα που η παρακμή το ποτίζει καυσαέριο και ο δάσκαλος συντηρητισμό. Αυτό το σώμα που όλες τις φυσιολογικές παρενέργειες των γηρατειών τις εξοβελίζει με χάπια. Αυτό το σώμα που έχει τυλίξει με επίδεσμο ο Βούδας για να μη χύνει και με την πνευματική μορφίνη της προσευχής ο Χριστός. Αυτό το σώμα που ξεπέφτει στο σφοδρό μαζοχισμό του ανταγωνισμού απ’ τα γεννοφάσκια του. Απ’ το θρανίο που λειτουργεί ως ηλεκτρική καρέκλα της παιδικής ψυχής ως τον κανιβαλικό ερωτισμό της μονογαμίας. Αυτό το σώμα που γεφυρώνει το χρόνο με το χρήμα. Που στύβεται τόσο εξαίσια και παραμορφώνεται τόσο κομψά. Αυτό το σώμα που ο καπιταλιστής του αιώνα των μηχανών το έκανε λογοτεχνία, σινεμά, τέχνη, απόγνωση. Βουβό πρεζόνι σε κάποιο οικοδομικό Μετέωρο της Αττικής. Χαροκαμένο βοσκό που πίνει εμφιαλωμένο νερό στην Πίνδο. Αρσενικό με θηλυκό μυαλό και θηλυκό σπασμένο στα δύο. Πουτάνα και νοικοκυρά. Παραδείσιο σεξουαλικό πουλί και μαδημένη κότα. Μανούλα Μήδεια νευρωτική και καπάτσα. Με τα φυλαχτά της από αρώματα καλλυντικά κρέμες και μέτρα προφύλαξης. Αυτό το σώμα που η πρόοδος το έκανε καταναλωτικό γομάρι. Και του προσφέρει μισό γραμμάριο ευχαρίστησης την ημέρα. Μισόν ήλιο σκιαγμένο και μισή ζωή ζεσταμένη σε φούρνο μικροκυμάτων. Ετοιματζίδικη κι εξαρτημένη απ’ την εξοχότητα του πληβείου ντελιβερά. Του παιδιού που μαγάρισε η υποχρεωτική εκπαίδευση με υποτέλεια. Με κομφορμισμό χωνεμένο στο ματάκι της πόρτας. Με χαρτζιλίκι βάλσαμο του δουλικού ήθους της τάξης που διάγει βίον ανθόσπαρτον και βίον σημαιοστολισμένον με αυταπάτες. Της ατάκτως ειρημένης τάξης που περιμένει μέρισμα, επίδομα και καύσιμο φτηνό για να ζεστάνει τα κουτάβια της.