Στις τέσσερις το πρωί

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

cal

Ακούω στο ταβάνι μου τους αρουραίους να μαλώνουν με το φίδι.
Κι εγώ, δεν ξέρεις πόσο βιάζομαι να προλάβω τη ζωή.
Να φτιάξω καφέ. Να ευνοηθώ απ’ την τύχη.
Να κρατήσω σημειώσεις για τον πρόσκαιρο έρωτά μου.
Να γελάσω με το ζόρι και να δαγκώσω τη σάρκα μου
σαν μαθητής που σκυλοβαριέται. Και σκέφτομαι πολλά
εδώ στο μακρινό μου άστρο. Ανοίγω το παράθυρο
και εισπνέω πολύχρωμη νυχτερινή ύλη γυναικών από μακριά.
Μυρίζω στοργικά τον ασφόδελο της φιλενάδας μου.
Αυτής που με θέλγει και με σκέφτεται. Αυτής
που ψάχνει να μπει στον παράδεισο με το δάχτυλο.
Να εξανθρωπίσει την ύλη των ονείρων.
Να χύσει ανελέητα και ν’ αποκοιμηθεί.

Ακούω στο ταβάνι μου τους αρουραίους να μαλώνουν με το φίδι.
Στις τέσσερις το πρωί.
Ξαγρυπνώ και γράφω για όλα αυτά και για άλλα.
Γράφω για τον παγκόσμιο πόλεμο της νύχτας στο ταβάνι μου.
Για τα ερπετά ανάμεσα στον ουρανό και τη γη.
Τους συμπολίτες μου που δαγκώνουν.
Γράφω το ποίημα και το αφήνω έξω απ’ την πόρτα την αυγή.
Ένα πιατάκι γάλα να το πιούνε τα φίδια του αγρού να ημερέψουν.