ΩΔΗ ΣΤΑ ΠΑΡΚΑ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΚΟΠΕΛΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Girl_on_the_Bus_by_ChristianoDiangelo

Ήμασταν κι οι δύο έτοιμοι για έρωτα
καθώς για ώρα μ’ άγγιζε μες στο λεωφορείο.
Χάιδευα με τα χέρια μου τη φούστα της
το εξαίσιο λινό που άναβε το δέρμα
κι ένοιωθα με τα δάχτυλα
το λαστιχένιο της κιλότας περίγραμμα
και μύριζα μασχάλη βαθιά καθώς
κρατιότανε το χέρι της από τον πήχη του αστικού
εκλιπαρώντας οργασμό το χνώτο του κορμιού.
Και κατεβήκαμε εκεί σε μιαν άγνωστη στάση
με λύσσα και οι δυο πατώντας το κουμπί.
Τρέχοντας με τα τέλεια αρματωμένα μας κορμιά
στην αγκαλιά του πάρκου να χωθούμε.
Αρχίζοντας συνομιλίες τρυφερές, με κείνες
τις γλυκές σιωπές του έρωτα.
Κι όπως η καύλα μας χτυπούσε στα μελίγγια
κι οι γλώσσες μας αχόρταγα ζευγάρωναν
άγρια έσκισα εγώ τη μουσκεμένη της κιλότα
αφήνοντας σημάδια με το λάστιχο στο αφηνιασμένο της κορμί.
Κι έσταζε ο ιδρώτας στα γυμνωμένα μπούτια
κι ένοιωσα το σάλιο απ’ το φιλί της μεσ’ τα αυτιά μου
να το στεγνώνει ο άνεμος.
Κι ένοιωσα το λαχάνιασμα και το ζεστό της κόρφο
της μήτρας το λαμπάδιασμα
τα υπέροχα ζεματιστά της χείλη να μου γλείφουν το φαλλό.
Κι εκεί πάνω στην ένδοξη διχάλα
τίναξα τους σπόρους μου.
Κι ήταν αυτό το χύσιμο ανάμεσα στα μπούτια
μια στιγμή αιωνιότητας
καθώς δυο άγνωστοι θεοί τρωτοί και εύθραυστοι
κάτω απ’ τη μυρουδιά των πεύκων και των χόρτων.
Τριγυρισμένοι από μερμήγκια θεατές.
Κι ήτανε μια μεταλαβιά των πάρκων
μια λειτουργία για τα κρησφύγετα των εραστών
τις γιάφκες τις ευλογημένες του έρωτα.
Αυτές που κρύβουν μέσα τους
σπέρματα και προφυλακτικά
κι άλλα της ηδονής απομεινάρια ένδοξα
όπως αυτή την ταπεινή κιλότα
που ξέσκισα με δύναμη.
Όπως αυτά τα άγια εσώρουχα
των εραστών τα τρόπαια
της λιτανείας κοριτσιών το λάγνο αεράκι.