Εφτά Λογάκια Για Τη Μουσική Των Αγρών

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Page_1-620x933

1

Αυτή τη στιγμή ακούω τζιτζίκια. Γράφω απ’ τους αγρούς. Ο αγρός μου δεν μπορεί να χωρέσει στο φέισμπουκ. Εδώ μέσα έχει σοδειές ποιημάτων και τεκμήρια ζευγαρώματος. Έχει φίδια, αρουραίους, υγρασία, λάσπη, σκουλήκια. Έχει τη μάνα και την ερωμένη. Έχει ζεματιστά μουνάκια πλήρους αθωότητος. Περιέχει εμένα που δεν έχω φιλοδοξίες να γίνω σατράπης γραφείου ή γραφειοκράτης σατραπείας. Αυτός ο αγρός παλεύει να μη γίνει τσιμέντο ή ακαδημία. Έχει θηλαστικά που δεν καταδικάζουν τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Αυτός ο αγρός έχει λαμπερή γύμνια. Είναι μαυσωλείο εξέγερσης και αλλαγής. Είναι η μήτρα μας που δε θέλει σοβάτισμα αλλά αγάπη.

2

Εμείς που αγαπάμε τα άστρα, το φεγγάρι, τη συντροφιά των γυναικών που δε τις μαγάρισε η υστερία, κατοικούμε στους αγρούς. Είμαστε άγριοι. Εξ’ Αγρινίου ορμώμενοι. Αγαπούμε τα κορίτσια, αυτά τα αγγεία των μυστηρίων. Αγκαλιάζουμε τα δέντρα κι ακούμε τη δυνατή βροχή να ξεχώνει τις αδύναμες ρίζες.

3

Εδώ λαμβάνουν χώρα περιστατικά ουτοπίας. Εδώ το αιώνιο κάλεσμα επιστροφής. Ω Αθηναίε και ω πρωτευουσιάνε τόσων κακών γιατί φοράς κλουβί; Χρόνια σου το γράφω στους τοίχους μα εσύ κοιτάς αλλού.

4

Όσοι δεν έχουμε ιερά και όσια και ξέρουμε τι μας περιμένει μας τρέχουν τα σάλια για έρωτες και φυσικές καταστροφές. Περιφέρουμε αυτό το πάθος για ζωή υπάρξεων που δεν έχουν ταυτότητα και λογαριασμό τραπέζης. Βγάζουμε έξω απ’ το κορμάκι τη ζούρλια μας. Την καύλα μας αντί ευτελούς αμοιβής. Κι ας μας λυπούνται φίλοι, συγγενείς και δημογέροντες.

5

Εμείς δεν έχουμε αφεντικά και δεν θέλουμε αφεντικά για κανένα. Η αναρχία μας είναι ο έρωτας για τη μουσική των αγρών. Για τα μυστικά περάσματα στον ζεστό κόρφο της κυράς μας. Εκεί που δεν έχει μεγαλόσχημους κριτικούς λογοτεχνίας ,πόζα, στρουκτουραλισμό, υπεραξία, αλλά υγρασία ερωτικών βοσκοτόπων. Εκεί που τα παράθυρα είναι μονίμως ανοιχτά στις δροσερές ψιθυρίζουσες καμπάνες. Σε φοβερά γέλια χαράς. Σ’ αυτό το κυκλικό σκίρτημα της αιώνιας στιγμής.

6

Αν ξύσεις κάτω απ’ το τσιμέντο, κάτω απ’ τους ανθρώπους που κοιμούνται σε κοντέινερς, κουβάδες, καρότσια, παγκάκια, θα βρεις τους αγρούς. Κάτω απ’ το σφαγείο της εθνικής τράπεζας θα βρεις αμμουδιές και χώμα γόνιμο. Θα βρεις ευτυχισμένα στομάχια όχι απ’ τη βαρβαρότητα της κοιλιοδουλείας αλλά απ’ την πληρότητα της γευστικής ευδαιμονίας των καρπών.

7

Ιδού η λύση εδώ. Βγάλτε τα ρούχα σας, τις πανοπλίες σας, τις αυταπάτες σας, τις αλυσίδες σας και βουτήξτε σ’ αυτό το απέραντο γαλάζιο της μίας και μοναδικής ζωής. Λέω, ποτέ δε θα περάσουν δίπλα σου ξανά ετούτα τα κορμάκια κι ετούτη εδώ η απλόχερη ομορφιά, μικροαστέ μου εαυτέ. Και γράφω. Ιδού:

unnamed-620x469

*
Ακούω τη μουσική των αγρών.
Το τσέμπαλο των μυστικών περασμάτων.
Στα σχολεία των αρουραίων
και στις σωλήνες του νερού. Ακούω
να ροκανίζουν διαφημιστικά φυλλάδια υπνωτισμένες νοικοκυρές.
Όμορφες πάντα στο βαθύσκιωτο κουζινάκι τους.
Μαγειρεύοντας γλυκόλογα με νερό βροχής.

*
Εδώ βυθίζονται τ’ άστρα.
Εδώ συγκλίνουν τα θηλυκά.
Θυμάμαι τον χάρτη στον τοίχο της τάξης.
Τον αλαφροΐσκιωτο Ιησού να κοιτάζει απ’ το παράθυρο
τα λιοστάσια. Να βάζει λατινικούς αριθμούς η δασκάλα
μπροστά στα γεγονότα.
Να βάζει τις σφαγές στη σωστή σειρά.
Να ισιώνει σκύβοντας τις κάλτσες της.
Να βαθμολογεί τα νυμφομανή μας μάτια.

*
Αράχνες μαζεύονται στα μαγαζιά των μυρμηγκιών.
Κι έτσι ανεξήγητα και αναίτια τα καταβροχθίζουν.
Κι όταν έχει φεγγάρι γεμάτο μαζεύονται οι ληστές
και μοιράζουν τον κλεμμένο κόσμο. Μαζεύονται
οι εφτάψυχες μαύρες γάτες στους λειμώνες των άστρων.
Μαζεύονται οι κλέφτες των ψυχών
για να ζυγίσουν την πραμάτεια τους. Εμείς όλοι
που αντιγράφουμε την ομορφιά στα χαρτιά μας.
Τα άπιστα σκυλιά. Εμείς.

*
Μια πλάκα σαπούνι στο νεροχύτη δίπλα στη λιάστρα.
Το πουκάμισο του φιδιού σχεδόν τριμμένο απ’ τον ήλιο.
Σ’ έπαιρνα μάτι ο διάβολος στο ντούζ
το σώμα σου φολιδωτό οχτώ
και να βακχεύεται
χάλκινος αφαλός τουρκόσπορος
κατά Αχερουσία
το μέγα δάχτυλο
τραβούσε την περόνη
πιο κάτω άφηνα την τελευταία μου πνοή.

*
Την ξάπλωσα στον αγρό, στα λουλούδια.
Στο υπερπέραν της νοθείας των ονείρων.
Τη γύμνια της κατάσαρκα φορούσε.
Το περιφραστικό σουτιέν ως πανοπλία.
Σφάδαζε ανακούρκουδη, χτυπιόταν.
Μηροί, λευκά φτερά που ανοιγοκλείνουν.
Δείχνοντας κάθε τόσο αυτό που κρύβουν.

*
Η μούσα μου ψόφησε.
Όπως θα ψοφήσω κι εγώ.
Όμως πρόλαβα να της φτιάξω στο καμινέτο ένα φαγάκι.
Να της πω δυο λόγια αγάπης.
Να της κρατήσω το χέρι.
Εγώ ο νυμφομανής.
Εγώ ο χιλίαρχος φαλλοκράτης.
Εγώ ο εκατόνταρχος μουνάκιας.
Ο παρείσακτος της ελληνικής γραμματείας.
Εγώ.

 

 

[Η συλλογή «Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ»
μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Bibliotheque
και μπορείτε να το προμηθευτείτε εδώ]