Μνημόνια έρωτος

6

Μνημονεύω μνημόνια
έρωτος και βάζω το χέρι
μου στη σχισμένη μου
τσέπη. Αδιόρθωτος, θα
το γυρίσω πάλι στην
ποίηση, θα βάλω στο
μούσκιο την καρδούλα
σου, ερωμένη που χάθηκες
στο υπερπέραν και
παντρεύτηκες χασάπη
εργολάβο ιατρό κι άφησες
αξέσχιστο εμένα στην
υστεροφημία μου, με όση
ανεκπλήρωτη τρομάρα
αντιστοιχεί στη φωνή μου,
με όση ληθαργική έκσταση
αποκοιμίζει το νυχτοφύλακα
σπασμό. Μνημονεύω
μνημόνια έρωτος, σαν
κύκνος μπροστά στο σκιερό
καθρέφτη του θανάτου, τώρα
που ξέπεσα στις τέχνες και
τα γράμματα και το μαύρο
χιούμορ, τώρα που βλάστησα
ξέφρενη τρέλα και απαιτώ
επίδομα αλητείας απ’ το κράτος
και καύλα ασύστολη απ’ την
κυρία υπουργό του τουρισμού,
με τα φοβερά ταγιέρ και το
γαλανόλευκο ζουμάκι με τα
υπέροχα μαλλιαρικά ελληνικά,
τα ξαναμμένα υπερκόσμια
βυζάκια, που φέρνουν ξένους
στους Δελφούς και στην Πυθία.
Τα πλοία της γραμμής που μετα-
φέρουν γαλλιδούλες ώριμες στις
Κυκλάδες, που δεν καταλαβαίνουν
γρι ελληνικά, λογοτεχνία, ποίηση,
αντάρτικο. Χούντα, μεταπολίτευση,
απλήρωτη εργασία.

Παντρειά στα Όχθια

pant

Ιδού, εδώ, δημοσιεύω
το χνώτο σου. Φύση με
το φυσερό. Λύσσα τού
πρότερου έντιμου βίου
τώρα μαζεύω λεφτά για
να το σκάσουμε στον
αιώνα τον άπαντα. Τώρα
πουλάω βιβλία στα
σκοτάδια των φίλων.
Στο βαθύ λαρύγγι της
θεάς τρυπώνω. Στης
μούσας μου το κάτισχνο
κορμάκι. Με δόλο αφήνω
το φεγγαράκι λειψό και
το αστεροσκοπείο Αθηνών
στα χρέη. Ιδού, δορυφόροι
ωχροί και συγγενείς μου,
σκόρπιος, οπτικός τύπος,
καραδοκώ. Να τα βροντήξω
όλα. Νυφούλα απ’ τα Όχθια
να πάρω. Όχι Γκρέτα Γκάρμπο.
Αλλά γυμνούλα. Όχι
τσούχτρα. Αλλά εξωτικιά. Να
με κάνει φρέσκο κεραυνό ξανά
στον κρόταφό της. Στρατηγό
στο χωριό της. Να με κάνει
ξέγνοιαστο δαφνοστεφή
ποιητή στο μουνάκι της. Στο
κογκρέσο της να με κάνει
δραγουμάνο. Αγκομαχητά
να διατάζω. Κραυγές. Να
δίνω μάχες ως το κόκκαλο.
Να ρουφώ ρυθμικά το μεδούλι.
Το μέσα της όλο να στάζει
πάνω μου. Μπρούμυτα,
ανάσκελα, ζερβά. Ιδού, εδώ,
για σας δημοσιεύω το γιατρικό
για τη δύσπνοια, φιλόστοργοι
αναγνώστες. Ιδού, εδώ ο έρως.
Η παντρειά στα Όχθια.
Τα λυγισμένα πόδια.
Το στόμα. Τα φιλιά.
Τα μικροπράγματα.
Οι κρεμασμένοι τεντζερέδες
στην αυλή. Πάνω απ’ το
νεροχύτη. Εκεί στο
υπαίθριο κουζινάκι με το
αρχαίο πετρογκάζ που
περιμένει τη φωτιά για να
ταΐσει τα στομάχια της αγάπης.

Πρωινά Άνθη Ευλαβείας

aretes

Η πραγματική αρετή θέλει τον άνθρωπο χωρίς στολές και φκιασίδια. Όπως τον γέννησε η μάνα του. Η ψεύτικη αρετή που είναι αποτέλεσμα δόλου και σπουδής, θέλει τον άνθρωπο με κουστούμι, κελεμπία και αρχιερατική μήτρα. Ο ελεύθερος άνθρωπος από καταναγκασμούς και ιδεοληψίες και ωραίες μεταφυσικές αλυσίδες, είναι το έμβλημα της ευγενικής φιλίας, ενώ ο αρχιερέας και ο παπάς της μοναδικής άποψης είναι το αξιοσέβαστο τρωκτικό που ξεσχίζει ψυχούλες. Με συνοπτικές διαδικασίες ψυχικού πόνου κυριαρχεί πάνω στα ένστικτα και ξεχειλώνει με μιαν απελπισμένη ειρωνεία κι έναν σαγηνευτικό ποιητικό λόγο την διανοητική και ηθική ακεραιότητα των πιστών. Όπου υπάρχουν πιστοί φυτρώνουν ιερατικά σχήματα. Καρδούλες κάτω απ’ το ράσο και ολόλευκοι κύκνοι μαγαρισμένοι από μνησίκακη αγνότητα. Την αρετή των πιστών τη διαχειρίζεται ο μισαλλόδοξος διασκεδαστής, ο πολιτικός κατηχητής που φωσφορίζει μέσα απ’ την τηλεοπτική αδιακρισία. Αυτός που οδηγεί το κοπάδι. Ο τσοπάνος. Ο δάσκαλος. Ο προφήτης ποιητής που σαγηνεύει και λικνίζεται με τους αυλικούς του. Ο αγορασμένος διανοούμενος, ο πολιορκητής κάθε αμφιβολίας, που με το δεσποτισμό της σιγουριάς του μετατρέπει τον πιστό σε μια τραγική και εκδικητική καρικατούρα. Η κορύφωση του κοινωνικού πολέμου συσπειρώνει τους ιεροκήρυκες του κοπαδιού. Τους τελάληδες του βολέματος στη φτώχεια. Όλους τους αριστοκράτες κατασκευαστές κακομοιριάς της δεκάρας. Τους φιλόδοξους που ζουν αναπνέουν και πεθαίνουν μπροστά στον καθρέφτη τους. Παιδιά μου, εσείς είστε η γενιά του ανταγωνισμού. Τα τέκνα που μεγαλοπρεπώς θα φαγωθείτε μεταξύ σας. Εσείς που ανακυκλώνετε όλη τη σαβούρα του εκθεσά της γειτονιάς, καταπίνοντας αμάσητες όλες τις αυταπάτες, γοητευμένοι απ’ το μπριζωμένο πολιτισμό της αγέλης κι όχι απ’ τ’ άστρα. Μακελεμένοι απ’ την ασφαλή συνουσία του γιουπόρν κι όχι απ’ την αλήθεια ενός αληθινού γαμησιού. Σκασμένοι απ’ τη φιλία εξ’ αποστάσεως και την φαστφουντάδικη καύλα εξ’ Αμερικής κι όχι απ’ την επαφή και το χάιδεμα και το καθισιό σ’ έναν αγρό, στο χώμα, στα βουνά και τη θάλασσα. Νέοι εσείς, επικίνδυνοι, που σας ευνουχίζει νωρίς η μαμά-υπεραξία υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος εδώ, έτοιμος να γλυκάνει τα τρυφερά σας αιδοία. Υπάρχει ο λόγος που δεν είναι χαλκάς αλλά ταραχή. Υπάρχει αυτός που περνά ολοκληρωτικά απαρατήρητος, αλλά αφήνει μέσα στα ζεστά κορμάκια το σπόρο που θα ερεθίσει την περιέργεια και θα χορτάσει την καύλα.

Πειρασμοί

peira

Η δημιουργική γραφή είναι ας πούμε μια γυναίκα που κοιμάται, γελάει ή ψήνει καφέ. Ονειρεύεται γκόμενο και γάμο. Είναι γαμπροί πολλοί που μαζεύονται στο χείλος της γλείφοντας τη γύρη. Σούργελα που πήραν βραβείο. Μαρίκες και γιώργηδες που οδηγούν το ποίμνιό τους στον επόμενο αγρό. Εδώ έχει γέλιο παραδεισένιο. Αρκεί να διαβάσεις την πρώτη γραμμή. Ένας χαρωπός ορίζοντας από αγκαθάκια που σκάνε πάνω στη γλώσσα. Αφού δε σου βγαίνει ρε μαλάκα, κάντο χιουμοριστικό, όπως ο Πανούσης. Επινοήσεις, νεκρολογίες, ο κώστας είπε, η λίτσα έκλασε, ο μήτσος έχυσε. Μέντιουμ, χαρτορίχτρες και περιστατικά από δελτία ειδήσεων. Μεγαλόσχημοι με τριχίδια τσιγκελωτά που εξέρχονται απ’ τα ρουθούνια και πίνουν λούγκους στο Φίλιον. Παιδάκια που πήραν το χάρισμα κι ανέλαβαν εργολαβία Βιζυηνούς και Παπαδιαμάντηδες, έχοντας του Αλαφούζου την ευχή και του αφρισμένου ατλαντικού τα κύματα δει σε βιντεάκια. Που μάθαν την αλητεία παίζοντας γαλλικό σε σφαιριστήρια της Κλαυθμώνος, και σε κωλάδικα της Λένορμαν που επισκέφτηκαν με το μπαμπά. Γράφουν σα να γεννήθηκαν στο Κάνσας. Στήνουν τούβλα και νταμάρια για τους βιβλιόκαυλους, που περιστασιακά το παίζουν και σάτυροι, γλείφοντας βεβαίως το κωλαράκι κάποιας Κρεολής γραμματέως ή κάνοντας χρήση δικαιώματος σαγηνευτή. Αν αρχίσει κάτι να καίγεται κάνουν τον πυροσβέστη στο σκάι. Οι διανοούμενοι εν Ελλάδι είναι παιδιά της διαφήμισης του λουμίδη. Με λίγα ευρουδάκια γαμούν και τη μάνα τους. Κι όταν δε τους παίζουνε γίνονται αντισυστημικοί και συνασπισμός και σύριζα, αλλά όταν παίρνουν χαδάκι απ’ το συγκρότημα γίνονται πασόκ ασάλιωτο που φυλά Θερμοπύλες. Μελαγχολούν εύκολα στο ρετιρέ που τους δόθηκε και κατεβαίνουν στη Σωκράτους να μυρίσουν Σουδάν και βυζιά καλάσνικοφ και κύριο τέλει ανωμαλίαι με στραβοπατημένα ψηλοτάκουνα. Φωτογραφίζονται με πασούμια και κομπινεζόν που τους έντυνε η μανούλα, για τη φωνή της Αθήνας διαφημίζοντας μοντέρνες καύλες και συνευρέσεις δουλεμένες στα φώτοσοπ της ΚΥΠ. Είμαστε αμερικανάκια και γουστάρουμε καπιταλισμό. Ταξιδάκια κάνουμε και ιδρύματα Φορντ μας κοιμίζουν γλυκά για να γράψουμε για ρουφηγμένες κορμάρες υπαρξιακά και θανατερά σορτσάκια ασορτί με τις μοντέρνες δυστυχίες.

Ποιήματα, εγκλήματα και κολπικά υγρά

knickers-00007

Πόσοι νέοι και νέες και πόσες γραίες πλουμιστές και συνταξιούχοι κι αξιωματούχοι και λοιποί, δεν κάνανε το λάθος να πιστέψουν πως είναι προικισμένοι ποιητές! Μπορώ να πω με άκρα βεβαιότητα πως η ποίηση τους πήρε στο λαιμό τους κι αυτό διότι χαροπαλεύουν για να αρέσουν σε συγγενείς και φίλους, σε κριτικούς και κόφτες αθώου απροσδιόριστου κενού. Μόλις καταφέρανε να στήσουνε ορθό ένα στίχο χλεχλέ ή μια ιδέα ανακατώστρα και να στριμώξουν σε μια φράση κάποια λεπτεπίλεπτη χαριτωμενιά, τα μυαλά τους πήραν αμέσως αέρα και νόμισαν πως έφτασαν πια στην κορυφή του Ελικώνα. Δεν είναι λίγοι οι δικηγόροι που θέλουν να ξεκουραστούν απ’ το χαμαλίκι της δικονομίας, καταφεύγοντας στο ήσυχο άσυλο της ποίησης. Οι φιλόλογοι που σαν πλασιέ καραδοκούν για να πουλήσουν ένα κακέκτυπο ανθολογημένης αποδεκτής ποίησης λυκείου. Οι σύμβουλοι υπουργείων, οι στρατηγοί και οι δημοσιογραφικές τσουτσούνες που αλλόφρονες κάνανε την ψυχοθεραπεία τους ιδιώνυμο ήθος γραφής. Η αληθινή έμπνευση που σημαίνει αμηχανία μπροστά σε κάθε αποδεχτή ερμηνεία και σημαίνει άντε γαμηθείτε πια με τις εξηγήσεις και τα λυσάρια και τις χαρτορίχτρες νοήματος, δεν καταδέχεται πια, μάταια στολίδια και μάταιες καταθλίψεις σε μπαρ, μέγαρα και βουλεβάρτα εκδοτών. Η αληθινή έμπνευση δεν ανέχεται άλλα μεθύσια και στιχάκια σε χαρτοπετσέτες. Καταραμένους και θειάδες. Ξέκωλα ρητά και σπιτίσιο σεξισμό. Όλη η πνευματική σαβούρα της μεσαίας τάξης -που διατηρεί ακόμα κάποιο λίπος από πατρική κληρονομιά ή εφάπαξ- θησαυρίζει τους μάγκες που επινόησαν το Μπουρνάζι της λογοτεχνίας, με το κατάλληλο γλείψιμο, κάνοντας το ψώνιο ποιητή, δημιουργώντας του ακαριαία άπειρους κολπικούς οργασμούς στο άκουσμα και μόνο της λέξης ποιητής. Άπειρο πόνο και λογοτεχνικά μαλλιοτραβήγματα. Δυστυχίες και αγένειες. Συνεντεύξεις του κώλου και δασιά σκέλια.

Βαθύ

boy

Βουλιάζουν όσοι σηκώνουν
τις μεγάλες φτέρες, τα ποιητικά
νοήματα, όσοι κάνουν συνειρμούς,
όσοι αλληλογραφούν με το
υπερπέραν, όσοι χάσκουν μπροστά
σε νατοϊκούς βομβαρδισμούς.
Βουλιάζουν οι κάφροι της
συνουσίας και οι αγριόχοιροι
των εκδοτών, βουλιάζουν τα
στήθη των κοριτσιών στην
άμμο και η άμμος στην υγρή
χαβούζα της θαλάσσης, βουλιάζουν
τα σκάγια μες στο κορμάκι
του λύκου και τα δάχτυλα
μες στο χαλβά. Βουλιάζουν
οι γλώσσες στα αιδοία, βουλιάζει
ο Δημιουργός μες στην αμφίβολη
πίστη, βουλιάζουν τα χείλη στο μέλι
και τη σιωπή. Στου γιαλού τα
βοτσαλάκια βουλιάζει τόση ζωή
και τόσο πάθος. Τόσα ποιήματα
στις λάσπες και τόσες λάσπες
στα ποιήματα. Βουλιάζω στο
φρέσκο αλλοδαπό μου ποιηματάκι
κι εγώ. Άσημος μητρομανής.
Άρτι αφιχθείς εις τους κολάφους.

Ποικίλης φύσεως

kat

Αδέρφια μου λετριστές,
χίπηδες της λογοτεχνίας,
βαρεμένα στομάχια, ακούω
το τρελό γέλιο σας και τις
κρυμμένες σας πράξεις. Τη
σαπουνόπερα της φαντασίας,
τον ποιητικό βερμπαλισμό
της νεότητας. Βλέπω μυρίζω
γδύνομαι. Κόβω το στίχο
όπως και σεις. Χίλιες φορές
ατάλαντος και βάλε. Με την
πνιχτή φωνίτσα μου προτρέπω
στύσεις. Την αμνάδα έσχατη
λέξη. Ω νεκροί φίλοι, λετριστές
που σας ανακάλυψαν στα
γεράματα, εκδότες του ιστορικού
κέντρου των Αθηνών, που δεν
ξέρουν τι θα πει κωλοπετσωμένος
επαρχιώτης και τι θα πει να ζεις
σε μια σπηλιά χωρίς όφσετ,
ξεβράκωτος, ανεπάγγελτος, λαζός.
Αδέρφια μου λετριστές,
τώρα μετράω ξαπλώστρες
στον ύπνο μου, περνάω κάτω
απ’ τα χωριάτικα φουστανάκια
όπως περνά οχιά τον επιτάφιο
τώρα τρέμω απανωτά και
βαρβάτα ορθός αναστενάζω.
Καμπίσιος γκόμενος στο
μελιστάλαχτο χάσμα της κυράς.
Ω Λετριστές γαμίκουλες κάποτε,
σας νιώθω έτσι ξαμολημένους
στα ίχνη από κραγιόν και στα
ίχνη από δαγκωματιές πάνω
στα μπιμπερό της οικουμένης.
Δεν θα σας διαβάσω ποτέ. Σας
το φυλάω. Μόνο στην καλή μου
λέω πάντα, στο πλάι να γυρνάς.
Χίλιες φορές και βάλε. Πασπατευτά
να θε, λίγα απ’ τα εύχυμά μου
ελληνικά, λίγα καλωσορίσματα στο
κάτεργο του Έρωτα, πριν το
οθωμανικό μου κολατσιό.