Η Παναγία Χωρίς Χυμούς

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

13611617833_a131942d57_b

Ο εκκλησιασμός διαθέτει μια μεταφυσική συνωμοσία αγνότητας και μια τελετουργική ακινησία, τόσο ισχυρή, που πολτοποιεί κάθε διάθεση για δράση. Υπό την έννοια αυτή, είναι τόσο δραστικός και τόσο επιδραστικός, που ο Κύριος ημών Καπιταλιστής τον έχει οικόσιτο στο ναό της κερδοφορίας του. Υπάρχουν χωριά στα οποία δεσπόζει ο χρυσοποίκιλτος ναός με τα σκαλιστά τέμπλα και τα πλουμιστά μαλάματα, αλλά δεν υπάρχει αγροτικό ιατρείο. Υπάρχουν θαυματοποιοί, χαρτορίχτρες και καφετζούδες για να μαρκαλέψουν το απελπισμένο κουτάβι του θεού που ψάχνει απαντήσεις, αλλά δεν υπάρχει ένα δημόσιο δωμάτιο στην πόλη για να διαβάζουν οι ποιητές. Υπάρχει θρησκευτικός τουρισμός, παράγκες και πάγκοι, φορτωμένοι με όλη την πλήξη και την ανία της εικονογραφημένης υποτέλειας που θα στολίσει καθιστικά, κρεβατοκάμαρες, ιατρεία και καθρεφτάκια αυτοκινήτων, αλλά δεν υπάρχει μια υπαίθρια γκαλερί ερωτικής ύλης. Η αναπαραγωγή της Παναγίτσας και της Αγίας οικογένειας, μέσα σε φτηνά ή ακριβά πλαίσια, αντικατοπτρίζει έναν κόσμο δίχως τέχνη και δίχως χυμούς. Ο σεξουαλικός αμοραλισμός των θεωρητικών της θρησκείας θέλησε να οικοδομήσει μέσα στο ασυνείδητο τον πιστών μια παναγία μηχανή, χωρίς χυμούς και χωρίς γεννητικά όργανα. Θέλοντας αυτή την απρέπεια και χυδαιότητα απέναντι στη φύση να την θεσπίσει ως αγνότητα και αγιοσύνη. Η άρνηση δηλαδή της θηλυκής υπόστασης της γυναίκας και η μετατροπή της σε δούλας τους σπιτιού, των παιδιών και του άντρα. Το επικίνδυνο αγρίμι των αρχαίων αγρών εξαγοράστηκε με τον κάλπικο ρομαντισμό του κρίνου. Η ύπαρξή της έχει νόημα πλέον μέσω των χυμών ενός κρίνου. Οι δικοί της χυμοί ας γίνουν κυτταρίτιδα στο μυαλό ή στα μπούτια. Οι δικοί της χυμοί ας πουλιούνται εμφιαλωμένοι στο μπουρδέλο ή στο κάτεργο της καριέρας, αλλά προς θεού ποτέ δωρεάν. Ποτέ ως δώρο. Η Παναγία είναι σήμερα ένα σπουδαίο προϊόν που το καταναλώνουν οι πιστοί στο χώρο της. Στο χώρο δηλαδή που η νομενκλατούρα της εκκλησίας έχει μαρκάρει ως ιερό. Εδώ περπάτησε η παναγία, εδώ κολάτσισε, εδώ έκανε το θαύμα της. Πιστέ ιδιώτη που ποτέ δε θα ’δινες τον ένα σου χιτώνα σ’ εμένα το φτωχό, τρέξε τώρα στις ραχούλες και στα νησάκια να ασπαστείς το τζαμάκι που έχεις φυλακίσει τον έρωτα και την αιώνια γυναίκα και περιφέρεσαι κακομοίρης, ασυνάρτητος και τρελαμένος από θαύμα σε θαύμα, για ν’ αρπάξεις κι εσύ ένα ξεροκόμματο θείας φώτισης. Να βολευτείς και συ μέσα στη θεία απραξία. Να μεταλάβεις την ανήλιαγη μεγαλοφυΐα του ιεροκήρυκα που καρφιτσώνει χρυσό και σπαρταριστά χαρτονομίσματα στο δέρμα του θεού. Στο δέρμα σου.