Παντρειά στα Όχθια

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

pant

Ιδού, εδώ, δημοσιεύω
το χνώτο σου. Φύση με
το φυσερό. Λύσσα τού
πρότερου έντιμου βίου
τώρα μαζεύω λεφτά για
να το σκάσουμε στον
αιώνα τον άπαντα. Τώρα
πουλάω βιβλία στα
σκοτάδια των φίλων.
Στο βαθύ λαρύγγι της
θεάς τρυπώνω. Στης
μούσας μου το κάτισχνο
κορμάκι. Με δόλο αφήνω
το φεγγαράκι λειψό και
το αστεροσκοπείο Αθηνών
στα χρέη. Ιδού, δορυφόροι
ωχροί και συγγενείς μου,
σκόρπιος, οπτικός τύπος,
καραδοκώ. Να τα βροντήξω
όλα. Νυφούλα απ’ τα Όχθια
να πάρω. Όχι Γκρέτα Γκάρμπο.
Αλλά γυμνούλα. Όχι
τσούχτρα. Αλλά εξωτικιά. Να
με κάνει φρέσκο κεραυνό ξανά
στον κρόταφό της. Στρατηγό
στο χωριό της. Να με κάνει
ξέγνοιαστο δαφνοστεφή
ποιητή στο μουνάκι της. Στο
κογκρέσο της να με κάνει
δραγουμάνο. Αγκομαχητά
να διατάζω. Κραυγές. Να
δίνω μάχες ως το κόκκαλο.
Να ρουφώ ρυθμικά το μεδούλι.
Το μέσα της όλο να στάζει
πάνω μου. Μπρούμυτα,
ανάσκελα, ζερβά. Ιδού, εδώ,
για σας δημοσιεύω το γιατρικό
για τη δύσπνοια, φιλόστοργοι
αναγνώστες. Ιδού, εδώ ο έρως.
Η παντρειά στα Όχθια.
Τα λυγισμένα πόδια.
Το στόμα. Τα φιλιά.
Τα μικροπράγματα.
Οι κρεμασμένοι τεντζερέδες
στην αυλή. Πάνω απ’ το
νεροχύτη. Εκεί στο
υπαίθριο κουζινάκι με το
αρχαίο πετρογκάζ που
περιμένει τη φωτιά για να
ταΐσει τα στομάχια της αγάπης.