Tι είπε για μένα ο Ντύλαν Τόμας στον Kάτω Kόσμο των ποιητών

ti

Μαθαίνω αρκετά πράγματα απ’ την έμφυτη ανοησία μου. Είναι ίσως η πιο σπουδαία δασκάλα. Η ανοησία δεν είναι αμαρτία ή ενοχή. Το ανθρώπινο πνεύμα χωρίς την ανοησία καταντά σκέτο τσόκαρο. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να είναι ιδιοφυΐα. Εκτός φυσικά απ’ τα ψώνια. Αυτά τα ψώνια που φορούν τη λεοντή της εξυπνάδας και πλαστογραφούν τα πάντα γύρω τους χωρίς καμιά επίγνωση. Κι ίσως η ανοησία θα ήταν ακίνδυνη και χαριτωμένη αν δεν εγκωμίαζε τον εαυτό της ως ξεχωριστό και ιδιοφυή.

Ο ψυχισμός του κακομοίρη που στράβωσε δυο αράδες στο χαρτί ή τύπωσε μια οκά βιβλία είναι τρικυμιώδης. Το ψώνιο θα κάνει επίκληση στην αυθεντία. Σε πεθαμένους που τον προσκύνησαν και προφήτεψαν τη μεγαλοσύνη του. Όσοι δε γράφουν γι’ αυτόν είναι πουλημένοι και κομπλεξικοί και ζηλιάρηδες. Κι έτσι ο πονηρός μεταμφιέζεται σε αδικημένη μεγαλοφυΐα και τη βγάζει καθαρή. Πουλάει την ανοησία του στους αυλικούς του που χάσκουν μέσα στην άσπιλη από αδυναμίες μεγαλοσύνη του. Στη μεγαλοσύνη που είναι πιστοποιημένη με βαρύγδουπες κριτικές και γνώμες ομοτέχνων που μέσα σ’ ένα ντελίριο αβροτήτων ομονοούν για το τάλαντο της ανεπανάληπτης ποιητάρας.

Εδώ βέβαια παίζει πολύ δυστυχία και πολλά χάπια. Διότι αν δε συμφιλιωθείς με την ανοησία σου καβαλάς το καλάμι. Γίνεσαι σαμάνος ενός υποταγμένου κοινού που δέχεται αμάσητη τη δική σου ανοησία που τις περισσότερες φορές είναι καλυμμένος μισανθρωπισμός. Αν το γραπτό δε θυμώνει τον αναγνώστη δεν του κάνει τίποτε. Απεναντίας αποκοιμίζει με την αλαφροΐσκιωτη προσωπική μυθολογία του ξαναμμένου ποιητή, την πληκτική σου κουραδοζωή.

Στην ελληνική λογοτεχνική πιάτσα έχει μπόλικους σεφέρηδες και ελύτηδες που περιμένουν στην ουρά το κρατικό βραβείο και το νόμπελ. Κήνσορες οχυρωμένους πίσω από μια έτοιμη γλώσσα παρμένη από βιβλία με μπόλικη σοφία και παρδαλά αποφθέγματα. Κουλτουριάρηδες, της κουλτούρας του στυλ, εγώ σας γαμάω όλους. Άεργους που ύμνησαν την τεμπελιά ξεκοκαλίζοντας συντάξεις, μισθούς, περιουσίες συγγενών, εραστών και λοιπών άλλων. Πίσω από κάθε μεγάλο φωτισμένο ανήρ κρύβεται μια φαρμακωμένη γυναίκα.

Η συγγραφή στην ψωροκώσταινα είναι μια πονεμένη ιστορία. Υπάρχει μπόλικη ματαιοδοξία και βαριά επιθυμία ν’ αγιάσει κάποιος από τηλεοπτικού άμβωνος. Επιθυμία να βρει εκδότη, γκόμενα, να φτιάξει αυλή, να τρυπώσει σε παρέα, να ταμπουρωθεί σε ακαδημία. Επιθυμία να γίνει μέσω της γραφής ο Κάποιος. Μα ο Κάποιος δεν μπορεί να καταλάβει πως η χρόνια σχέση με το εγώ μας, μάς δηλητηριάζει αργά και βασανιστικά, εμάς και τους γύρω μας. Ακόμη κι αυτό το μικρό εργάκι που μπορεί να προκύψει απ’ την ταλαιπωρία μας. Και στο τέλος αντί για τα δέκα ή τα εκατό καλά μας ποιήματα θα μείνουν οι κακιούλες και το κοιτάξτε με ποιους τρώω εγώ εδώ στη φωτογραφία και κοιτάξτε ποιες γάμησα εγώ, εδώ στη φωτογραφία και, κοιτάξτε τι είπε για μένα ο Ντύλαν Τόμας στον κάτω κόσμο των ποιητών.

Καλοκαιράκι που πέρασες

kalok

Έσκαψα τα λόγια σου και δε βρήκα τίποτε.
Καλοκαιράκι με τους παραθεριστές και τα κλειστά πατζούρια.

Γράφω τώρα πλαστικά ελαφρόμυαλα στιχάκια.

Τρίματα λέξεων.
Ξερό ψωμάκι σε μπούτια ανάμεσα.
Έσκαψα τη ζεστή σου άμμο και βρήκα άμμο υγρή,
σπασμένα κουβαδάκια, αναξιόπιστες υποσχέσεις
κάποιου γαμάτου αντηλιακού.
Βρήκα αστρική ύλη και λειωμένα γαριδάκια,
τον όρκο των ντανταϊστών στο μουνί της τέχνης.
Βρήκα τα θαμμένα σκατούλια ενός μωρού
και το χαμένο κλειδί του παραδείσου.
Σαγιονάρες, αποτσίγαρα, καπότες.
Μακρόστενες κουράδες της ατελούς ανθρωπινής φύσεως.
Της σκάρτης δημιουργίας.
Έσκαψα τα λόγια σου και τη ζεστή σου άμμο.
Καλοκαιράκι που πέρασες κι άφησες πίσω ρομάντζες,
δηλητήρια για τα βάτα, λουκούμια για λαίμαργους ποντικούς.

Γράφω τώρα ξύπνιος όλη νύχτα κι άγρυπνος όλη μέρα.

Φουντάρω απ’ την ταράτσα του πρώτου στίχου
στο αιώνιο ποιητικό κενό.

Τα ωραία μου ποιήματα θα τα φάνε τα πουλιά

ta or

Τα ωραία μου ποιήματα
θα τα φάνε τα πουλιά, οι
γύπες, τα κοράκια. Θα τα
πλακώσουν οι όμορφες
στον ύπνο τους. Θα τα
λιανίσουν τα ποντίκια.
Τα ωραία μου ποιήματα
θα γίνουν αγνώριστα σε
μερικά χρόνια. Σκοτεινές
υποθέσεις για τρυφερές
ηλικίες. Φιλιά για στήθη
που θα καρπίσουν το
τρέχον έτος. Τα ωραία μου
ποιήματα θα τα διαβάζει
ο κύριος λογοκριτής στα
σχολεία. Στα στούντιο της
κρατικής ραδιοφωνίας. Θα
φωσφορίζουν αυτά σε
κάποιον κόρφο της πεδινής
Θεσσαλίας. Θα βγάζουν
ρίζες στις ιστοσελίδες του
κάτω κόσμου. Θα φυλλορροούν
αγνότητα του παρελθόντος.
Ιδιότροπους έρωτες, σκιαγμένες
υπάρξεις που φτιάχνουν τώρα
το φαγάκι τους στο μελαγχολικό
κουζινάκι της μοναξιάς.

Σκόρπια ύλη

nek

Μέσα μας δε λιώνουν οι νεκροί ποτέ. Βαστούν με τα δόντια το μερίδιο της σιωπής. Μας ομιλούν, ασφαλείς μες την κρυψώνα του χρόνου. Είναι οι αγαπημένοι μας που δε φθείρονται πια μπροστά στα μάτια μας, αλλά γεύονται χαδιάρικα τη δικής μας φθορά. Εμείς τρώμε τη σοκολάτα μα αυτοί απολαμβάνουν τη γεύση της. Γιατί ένας ένας οι νεκροί στριφώνουν το μέσα μας. Μας ελευθερώνουν σιγά και βασανιστικά απ’ τη γητειά της ευκολίας. Απ’ την ξεγνοιασιά και την αδιαφορία. Σκηνογραφούν τη μνήμη και φωτίζουν τη φαντασία. Οι νεκροί μάς κάνουν δημιουργικούς. Μάς απευθύνουν το λόγο συνωμοτικά, με όλη την έπαρση αιωνιότητας που τους έχει κληροδοτήσει ο θάνατος. Είναι μες την κοιλιά μας οι νεκροί. Μέσα στο κάδρο της μονίμως βουρκωμένης κρίσης μας. Σκόρπια ύλη που κλιμακώνει το λογοτεχνικό συναίσθημα και τον ποιητικό βερμπαλισμό του ανεόρταστου βίου. Οι νεκροί δεν βασιλεύουν και δεν ανταγωνίζονται. Τρώνε το φαγάκι τους στον κάτω κόσμο της σαδιστικής μας φαντασίας. Πίνουν τον καφέ τους υπό το φως κάποιου ξένου ήλιου. Είναι αυτοί που δεν έχουν πια εξουσία και γι’ αυτό μας εξουσιάζουν. Αυτοί που έγιναν σκόνη μέσα στην αρμονία των ουράνιων αριθμών. Αυτοί που στα δύσκολα, γίνονται δροσεροί επίδεσμοι, πάνω στη χαίνουσα πληγή της ζωής.

Ο καλός άνθρωπος

Head in the Clouds

Ένας βραζιλιάνος ποιητής ο Λέντο Ιβο λέει πως, ο καλός θαλασσοπόρος κάνει πάντα δύο ταξίδια σε κάθε ταξίδι του. Εμείς γνωρίζουμε το ένα, αυτό για το οποίο μας πείθουν τα γεγονότα. Ε λοιπόν, αυτό συμβαίνει και στη ζωή. Ο καλός άνθρωπος ζει πάντα δυο ζωές σε κάθε ζωή του. Εμείς γνωρίζουμε τη μία, αυτή για την οποία μας πείθουν τα γεγονότα. Η άλλη είναι τόσο κρυφή αλλά και τόσο φανερή που κάποιος μπορεί να την αμφισβητήσει. Είναι μια ζωή στο όριο και μια ζωή έξω απ’ τις παλινωδίες του βιοπορισμού. Ο καλός άνθρωπος δεν κάνει αγαθοεργίες. Τις παλεύει. Δεν σκουπίζει τον κώλο του με χαρτονομίσματα και δεν ανοίγει σαμπάνιες στο σκυλάδικο. Δεν πιστεύει στον ανθρωπισμό αλλά στον άνθρωπο. Ο καλός άνθρωπος κρατάει ζωντανή την ανθοφορία της επικοινωνίας. Φτιάχνει συλλογικότητες όχι για να πολεμήσει άλλες, αλλά για να στηρίξει τον εφαρμοσμένο κοινωνισμό δηλαδή την αλληλεγγύη και τη χαρά της προσφοράς χωρίς αντάλλαγμα. Ο καλός άνθρωπος τις μεσαίες σελίδες του Βήματος και της Καθημερινής με τους βασιλιάδες και τους προέδρους των κρατών τις βάζει στον πάτο απ’ το κλουβί για να χέζουν τα καναρίνια. Όμως ο καλός άνθρωπος στη δεύτερη ζωή του δεν κάνει ούτε αυτό. Ανοίγει το πορτάκι για να φύγει το καναρίνι. Και πάει αυτός στο μέγαρο των καναρινιών με την καλή του. Και ξαπλώνει κάτω απ’ το δέντρο της γνώσης που είναι το δέντρο της ζωής. Ο καλός άνθρωπος βγάζει το βρακί του και τα σκήπτρα της κοινωνικής του ταυτότητας. Τα φίμωτρα, τις απόψεις των εφημερίδων, τα ευαγγέλια των νικητών. Ο καλός άνθρωπος προσεύχεται δια παντός στο υγρό εικονοστάσι της καλής του.

Όμορφος κόσμος ηθικός, ιδιωτικά πλασμένος!

omorfo

Για να καταλάβεις τι φασιστολόι κρύβει κάποιος πρέπει να του αναστατώσεις λίγο τις ιδέες και τον τρόπο που βιοπορίζεται. Ο λεγόμενος ιδιώτης βγάζει αγκάθια. Κρατά εσόδων εξόδων κι έχει μίσος για το υπαλληλίκι. Η ύπαρξή του συνοψίζεται στα πλήκτρα της ταμειακής μηχανής. Θεωρεί πως είναι ο μαστός που δίνει γαλατάκι στην κοινωνία. Η κιτσαρία της σεμνότητάς του έχει υψηλό βαθμό πολλαπλότητας. Παραληρεί όταν η κουβέντα έρχεται στις νόρμες και τα κεκτημένα κατακτήσεων. Οι αγώνες, οι μάχες, οι εμφύλιοι πρέπει να μείνουν ως στάμπες σε μπλουζάκια η ως στεγνωμένες ουτοπίες σε ντι βι ντι. Ο ιδιώτης έχει την ιδιωτία κορώνα στο κεφάλι του και την αγορά θυγατέρα, έτοιμος να την προστατέψει με τη ζωή του απ’ τους κακόβουλους δούλους εργάτες. Ψάχνει τον αντίπαλο αλλού. Όχι στον καθρέφτη του. Βγάζει σπυριά όταν ακούει για παροχές κοινοτισμό και μεθυσμένους κατωτέρων τάξεων. Αυτός διαχειρίζεται τον αλκοολισμό του στο ρετιρέ ή στη μεζονέτα κι όχι στα ουζερί και τις πάμπες. Έχει πάντα μαζί του ραβίνο συνεργάτη για να κρατιέται δημόσια και να δίνει εικόνα οργανωμένου βαθιά. Έχει έμβλημα το λογότυπο της επιχείρησης. Το πηγαίο τσιτάτο του διαφημιστικού. Θέλει πελάτες για να χτίσει το σωβινισμό της μοναδικής του περίπτωσης. Το μέτρο της διαφορετικότητάς του είναι τα φράγκα. Περίτεχνο σπίτι, έργα τέχνης, υπονοούμενα, συμμαχίες για να ξεχωρίζει από πλέμπα, μαστόρια, μισθωτούς, χαμάληδες. Είναι ο στρατός του Λοβέρδου και του Βορίδη. Ο χαϊδεμένος των καθεστώτων. Ο πατριάρχης της συναλλαγής. Ο ακομμάτιστος αλλά βαθύτατα κομματικός που μπερδεύει δολίως την ελευθερία του ανθρώπου με την ελευθερία της αγοράς. Το σκέλεθρο που θέλει να ξεχαρβαλώσει την εργασία. Που δίνει εφτά ευρώ την ώρα στον υπάλληλο καθηγητή τού φροντιστηρίου του ή δεν επιτρέπει στην πωλήτρια τού μαγαζιού του να καθίσει σε καρέκλα. Όλα κρίνονται. Όλα αξιολογούνται. Αξία έχει ότι φέρνει κέρδος. Μαθαίνω με τα λεφτά μου. Γαμώ με τα λεφτά μου. Χύνω με τα λεφτά μου. Τα λεφτά μου για να αγοράσω λίγη άβυσσο βαρβαρότητας. Για να λαδώσω, να βάλω άλλους να μου ξεσκατίσουν το παιδί και το γέρο. Η δουλεία δεν είναι ντροπή αλλά εσύ κερατά γύφτε θα μου μαζεύεις τα σκουπίδια. Εσύ βουλγάρα σκύλα θα με ξεκαβλώνεις. Εσύ νέγρο χιμπατζή θα με διασκεδάζεις. Τώρα πια τέλειωσαν οι κομουνιστικές σας μαλακίες, τα εφάπαξ, οι αποζημιώσεις, τα θωρηκτά Ποτέμκιν, ο Σοστακόβιτς. Τώρα δουλεία και σκυλάδικο. Ζήτω το υγιές πασόκ, η Μάργκαρετ Θάτσερ, ο Καρατζαφέρης. Ζήτω η αμερικανική πρεσβεία. Οι γερμανοί που θα μας βάλουν σειρά. Ζήτω το Νατο που θα φέρει δημοκρατία και φτηνό πετρέλαιο στα ρεζερβουάρ του πολιτισμού. Ο Εβραίος νερουλάς που πάει να ξεδιψάσει τα ορφανά της Λιβύης. Ζήτω η Άννα, ο Αντρέας, οι στελεχάρες. Οι χαφιέδες με τα λεφτά του μπαμπά. Ζήτω οι γενίτσαροι, οι προϊστάμενοι, τα υποπόδια, οι διευθυντές, οι σύμβουλοι. Ζήτω οι μή κυβερνητικές της κυβέρνησης. Ζήτω ένδοξε ελληνικέ λαέ θυμωμένε αγανακτισμένε που αγανακτείς και θυμώνεις μετά τη δουλειά αφού υπηρετήσεις τη μισθωτή σου σκλαβιά.

Η αρχαιομαλακία ως επιστήμη

arkaio

Όταν οι κυρίες και οι κύριοι του καλού κόσμου τελειώνουν το γεύμα τους και τακτοποιούν τις ελεημοσύνες τους αρχίζουν να φιλολογούν και να στοιχηματίζουν. Από το γήπεδο μέχρι τους μπαζωμένους θολωτούς τάφους, η κοινωνία του θεάματος επιτελεί το ιερόν της καθήκον. Ο χορτασμένος μεσαίος όχλος αρματωμένος με κρατική εκπαίδευση και ιερό ορθόδοξο παροξυσμό, τώρα τρυπώνει στα λαγούμια των αρχαίων. Εκεί που το σκληροτράχηλο βυζί της κυρίας εφόρου αρχαιοτήτων και το μαρκούτσι του δαιμόνιου απλήρωτου ρεπόρτερ κάνει πολιτική.

Εκεί που κάποτε μεγαλούργησαν οι σφαγές και οι δόλιες βασιλείες τώρα η σκαπάνη της αμεριμνησίας βρίσκει στόχο. Οι καναλάρχες τρίβουν τα χέρια τους και οι ντόπιοι φτωχοδιάβολοι ετοιμάζονται να αναβαθμίσουν τα καφέ μπαρ και τις ψησταριές σε γκουρμεδάδικα για βιτσιόζους γερμανοδανούς αρχαιολάτρες με φράγκα. Φιλόλογοι φροντιστές, ακαδημαϊκοί και διανοούμενοι, βρίσκουν μια ζεστή περιστρεφόμενη πολυθρόνα στα χειμερινά ανάκτορα της νεριτ για να αποθέσουν την πορδούλα τους. Οι καυλοπυρέσουσες νοικοκυρές συζητούν στα μπαλκόνια για τον Αλέξανδρο και τη Ρωξάνη, οι μπούκερς στήνουν στοιχήματα.

Εδώ, μια νέα κοσμική αυταπάτη γεννιέται με τα υπολείμματα ενός πολιτισμού που θάφτηκε μέσα στη λάσπη της ιστορίας. Τώρα που ανέλαβαν οι κρατικοί τυμβωρύχοι με τις μπουλντόζες τους, ψάχνοντας μανιωδώς για πολύτιμα τιμαλφή, δηλαδή για λίγη πρέζα εθνικής υπερηφάνειας, όλα θα βγουν στο φως. Λιοντάρια, καρυάτιδες, φαντασιώσεις. Όλες οι οδύνες των σκοτωμένων και όλες οι κούφιες ρητορείες των νικητών. Εδώ, θα βαρέσει φλέβα χρυσού ο γκασμάς. Και η τελική άποψη θα λέει πως οι Έλληνες όταν ομονοούν βγαίνουν νικητές. Και πως κάθε ένδοξος θολωτός τάφος που στεγάζει μέσα του ένδοξα βασιλικά αρχίδια και σπουδαία πριγκιπικά μουνιά χτίζεται με θυσίες.

Αλήθεια πόσοι γαμήθηκαν για να χτιστεί αυτό το κωλομνημείο και πόσοι θάφτηκαν λίγο πιο δίπλα, πρόχειρα και μουλωχτά, χωρίς τιμές και χωρίς ταφόπλακα; Πόσοι θάβονταν ομαδικά σε πρόχειρους τάφους κοντά στα κολοσσιαία μνημεία των βασιλιάδων τους και ψόφαγαν σα σκυλιά απ’ το βούρδουλα του επιστάτη;

Απ’ τις ένδοξες πυραμίδες-που ένας ολόκληρος λαός ξέσχιζε τον κώλο του μια ζωή για να τις κατασκευάσει, ώστε να κοιμηθούν εν τιμή και ειρήνη αιωνίως οι δυνάστες του-,μέχρι τα ένδοξα έθνη κράτη που βατεύει με την υπερψωλλή του ο κύριος καπιταλιστής, οι άνθρωποι γυρνούν να ακουμπήσουν στο παλιό και το φθαρμένο. Μέσα απ’ την υπεραξία των ερειπίων ελπίζουν πάντα να καλύψουν το μεγάλο τους κενό.

Ποιος αλήθεια αρχαιομαλάκας φαντασμένος νεοέλλην θα πήγαινε να δουλέψει στα κάτεργα ενός υπερμεγέθους τάφου και ποιος θα έστελνε το παιδί του πεσκέσι στον ψόφιο Φαραώ Σέσωστρις που ήθελε μαζί του φρέσκια νεανική σάρκα για να ταΐσει την κτηνώδη ματαιοδοξία του; Πραγματικά κανείς αρχαιομαλάκας δεν θα ήθελε να ζει εκείνη τη φριχτή εποχή. Κανείς δεν θα αναπολούσε αυτή τη μακρινή αρχαία αθλιότητα, αν σκεφτόταν με το μυαλό κι όχι με τα ένδοξα ελληνικά του αρχίδια.

Ποιος θα αφιέρωνε τη ζωή του για να χτίσει αυτή τη σπουδαία άχρηστη μαλακία; Αν δεν πάψουν οι θλιβεροί συμπολίτες, σα χάνοι να αναμασούν την πεθαμένη αρχαιότητα και να υπερηφανεύονται για την ένδοξη νεκροφιλία τους, δεν θα βρουν ποτέ την αλήθεια και την πραγματική υπερηφάνεια. Θα σέρνονται με τη μαγαρισμένη τους εξουσία και τους διορισμένους απ’ το εξωτερικό εγχώριους σωτήρες στα σφαγεία του νάτο, μακελεύοντας άλλους λαούς που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι.

Απ’ τη μια θα ψηφίζουν τους νενέκους και απ’ την άλλη θα τους ξορκίζουν με χωριατοφασισμό και λοστάρια. Απ’ τη μια θα γκρινιάζουν για τον πετσοκομμένο μισθό κι απ’ την άλλη θα φουσκώνουν σαν παγώνια μπροστά στην αρχαία ένδοξη σπορά ερειπίων. Μπροστά απ’ τις ακρωτηριασμένες κόρες απ’ τις Καρυές της Λακωνίας που οι βασιλιάδες έχρισαν κολώνες για να βαστούν τις στέγες ενός ετοιμόρροπου κόσμου.