Κύριε θάνατε, Monsieur Cannibal

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

kirie

στο Βάσο Γεώργα 

 

Κύριε θάνατε, Monsieur Cannibal
είμαι το παιδάκι των βροχερών σου Κυριακών.
Ο τύπος που λαχτάρησε,
από στοχαστές και μουνάρες.
Κύριε θάνατε φραξιονιστή, προπέτη,
μέχρι στιγμής
αράζω ξέγνοιαστα το κορμί μου στο ταψάκι της άμμου.
Μέχρι στιγμής
σε βλέπω να παίρνεις μαζί σου άλλους και σε χαίρομαι.
Σε καμαρώνω όπως παιδί τον πατέρα που νικάει τους κακούς.
Σε νοιώθω, εγώ ο μελλοθάνατος
με τα άπειρα μηδενικά αιωνιότητας.
Κύριε θάνατε που σου δίνω φωνούλα και φιλί ζωής
και σου προσφέρω κιμωλία, να γράψεις
στο μαυροπίνακα της ψυχής μου βρομόλογα.
Κύριε θάνατε που μυρίζεις σκόρδο και δεντρολίβανο
στο δρόμο για την κουζίνα
σ’ έχω έτοιμο πάντα να σε βάλω στο ποίημα.
Φρέσκια ώχρα πένθος πιασάρικο ποιητικό.
Ω, με σένα θα πάω αδιάβαστος
με ολίγα σκύβαλα στο εντεράκι μου, κύριε θάνατε
που σε κουρδίζω, εδώ, στη βάρδια της αγρύπνιας.