Η αρχαιομαλακία ως επιστήμη

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

arkaio

Όταν οι κυρίες και οι κύριοι του καλού κόσμου τελειώνουν το γεύμα τους και τακτοποιούν τις ελεημοσύνες τους αρχίζουν να φιλολογούν και να στοιχηματίζουν. Από το γήπεδο μέχρι τους μπαζωμένους θολωτούς τάφους, η κοινωνία του θεάματος επιτελεί το ιερόν της καθήκον. Ο χορτασμένος μεσαίος όχλος αρματωμένος με κρατική εκπαίδευση και ιερό ορθόδοξο παροξυσμό, τώρα τρυπώνει στα λαγούμια των αρχαίων. Εκεί που το σκληροτράχηλο βυζί της κυρίας εφόρου αρχαιοτήτων και το μαρκούτσι του δαιμόνιου απλήρωτου ρεπόρτερ κάνει πολιτική.

Εκεί που κάποτε μεγαλούργησαν οι σφαγές και οι δόλιες βασιλείες τώρα η σκαπάνη της αμεριμνησίας βρίσκει στόχο. Οι καναλάρχες τρίβουν τα χέρια τους και οι ντόπιοι φτωχοδιάβολοι ετοιμάζονται να αναβαθμίσουν τα καφέ μπαρ και τις ψησταριές σε γκουρμεδάδικα για βιτσιόζους γερμανοδανούς αρχαιολάτρες με φράγκα. Φιλόλογοι φροντιστές, ακαδημαϊκοί και διανοούμενοι, βρίσκουν μια ζεστή περιστρεφόμενη πολυθρόνα στα χειμερινά ανάκτορα της νεριτ για να αποθέσουν την πορδούλα τους. Οι καυλοπυρέσουσες νοικοκυρές συζητούν στα μπαλκόνια για τον Αλέξανδρο και τη Ρωξάνη, οι μπούκερς στήνουν στοιχήματα.

Εδώ, μια νέα κοσμική αυταπάτη γεννιέται με τα υπολείμματα ενός πολιτισμού που θάφτηκε μέσα στη λάσπη της ιστορίας. Τώρα που ανέλαβαν οι κρατικοί τυμβωρύχοι με τις μπουλντόζες τους, ψάχνοντας μανιωδώς για πολύτιμα τιμαλφή, δηλαδή για λίγη πρέζα εθνικής υπερηφάνειας, όλα θα βγουν στο φως. Λιοντάρια, καρυάτιδες, φαντασιώσεις. Όλες οι οδύνες των σκοτωμένων και όλες οι κούφιες ρητορείες των νικητών. Εδώ, θα βαρέσει φλέβα χρυσού ο γκασμάς. Και η τελική άποψη θα λέει πως οι Έλληνες όταν ομονοούν βγαίνουν νικητές. Και πως κάθε ένδοξος θολωτός τάφος που στεγάζει μέσα του ένδοξα βασιλικά αρχίδια και σπουδαία πριγκιπικά μουνιά χτίζεται με θυσίες.

Αλήθεια πόσοι γαμήθηκαν για να χτιστεί αυτό το κωλομνημείο και πόσοι θάφτηκαν λίγο πιο δίπλα, πρόχειρα και μουλωχτά, χωρίς τιμές και χωρίς ταφόπλακα; Πόσοι θάβονταν ομαδικά σε πρόχειρους τάφους κοντά στα κολοσσιαία μνημεία των βασιλιάδων τους και ψόφαγαν σα σκυλιά απ’ το βούρδουλα του επιστάτη;

Απ’ τις ένδοξες πυραμίδες-που ένας ολόκληρος λαός ξέσχιζε τον κώλο του μια ζωή για να τις κατασκευάσει, ώστε να κοιμηθούν εν τιμή και ειρήνη αιωνίως οι δυνάστες του-,μέχρι τα ένδοξα έθνη κράτη που βατεύει με την υπερψωλλή του ο κύριος καπιταλιστής, οι άνθρωποι γυρνούν να ακουμπήσουν στο παλιό και το φθαρμένο. Μέσα απ’ την υπεραξία των ερειπίων ελπίζουν πάντα να καλύψουν το μεγάλο τους κενό.

Ποιος αλήθεια αρχαιομαλάκας φαντασμένος νεοέλλην θα πήγαινε να δουλέψει στα κάτεργα ενός υπερμεγέθους τάφου και ποιος θα έστελνε το παιδί του πεσκέσι στον ψόφιο Φαραώ Σέσωστρις που ήθελε μαζί του φρέσκια νεανική σάρκα για να ταΐσει την κτηνώδη ματαιοδοξία του; Πραγματικά κανείς αρχαιομαλάκας δεν θα ήθελε να ζει εκείνη τη φριχτή εποχή. Κανείς δεν θα αναπολούσε αυτή τη μακρινή αρχαία αθλιότητα, αν σκεφτόταν με το μυαλό κι όχι με τα ένδοξα ελληνικά του αρχίδια.

Ποιος θα αφιέρωνε τη ζωή του για να χτίσει αυτή τη σπουδαία άχρηστη μαλακία; Αν δεν πάψουν οι θλιβεροί συμπολίτες, σα χάνοι να αναμασούν την πεθαμένη αρχαιότητα και να υπερηφανεύονται για την ένδοξη νεκροφιλία τους, δεν θα βρουν ποτέ την αλήθεια και την πραγματική υπερηφάνεια. Θα σέρνονται με τη μαγαρισμένη τους εξουσία και τους διορισμένους απ’ το εξωτερικό εγχώριους σωτήρες στα σφαγεία του νάτο, μακελεύοντας άλλους λαούς που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι.

Απ’ τη μια θα ψηφίζουν τους νενέκους και απ’ την άλλη θα τους ξορκίζουν με χωριατοφασισμό και λοστάρια. Απ’ τη μια θα γκρινιάζουν για τον πετσοκομμένο μισθό κι απ’ την άλλη θα φουσκώνουν σαν παγώνια μπροστά στην αρχαία ένδοξη σπορά ερειπίων. Μπροστά απ’ τις ακρωτηριασμένες κόρες απ’ τις Καρυές της Λακωνίας που οι βασιλιάδες έχρισαν κολώνες για να βαστούν τις στέγες ενός ετοιμόρροπου κόσμου.