Πανταχού παρών

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

mel

Με σκλαβώσατε εσείς, παιδιά του μέλλοντος.
Σκυλοβαριέμαι τώρα και γράφω σε σας.
Παλιομοδίτικης με τη λαϊκή ψυχούλα κομμώτριας.
Με όση ορθοστασία επιτάσσει το ψυχρό καθήκον.
Ελευθερία ή θάνατος.
Ανταύγειες της μακρινής ματιάς.
Αυτό το ασυνάρτητο ποιητικό εγώ.
Το βουητό του σύμπαντος.

Ζευγάρια που βούλιαξαν στο νεροχύτη.
Γυμνές που καταβρόχθισαν καθρεφτάκια.
Κοπέλες που δεν κατάφεραν να γίνουν μανούλες.
Αλλά παλλόμενες καρδούλες από λεφτά.
Νοικοκυρές, μεσίτριες, ιερόδουλες.
Περιμένοντας το χρυσό επιβήτορα.
Τις εκπομπές μαγειρικής.
Περιμένοντας το ξημέρωμα, τον ήλιο απ’ τα βουνά.
Νυφούλες των χωρισμών.
Σμήνη από χαλασμένα νεφρά.

Τώρα ο θεός ήλιος με κουρδίζει
για να αφήσω ένα εμβατήριο οδύνης πίσω σε σας.
Εγώ ο ακατάστατος που αγάπησα τα βιβλία και τις πουτάνες.
Που άστραψα και βρόντηξα
κι έπιασα το θεό απ’ τ’ αρχίδια και την παναγία απ’ τα βυζιά.

Εγώ που ψήφισα όλα τα νομοσχέδια της αγάπης.
Εγώ που γιάτρεψα κορμάκια απ’ τα δαγκώματα φιδιών.
Εγώ που διάβασα προσευχές στα σκέλια τους.
Κι έγινα στρατηγός στο πρωινό αεράκι τους.
Ο Νέρωνας που έβαλε φωτιά στα νοικοκυριά τους.