Γατούλες, ηλιοβασιλέματα και αξιολύπητες αγαμησιές

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

baw

Έχω τη δημιουργική ελευθερία να ενδώσω σ’ αυτή τη βέβηλη τελειότητα του σεξουαλικού ενστίκτου. Ο ολοκληρωτισμός της σεξουαλικότητας καθρεφτίζεται στα πράγματα που πιάνουν τα χέρια μας. Η έκφραση, πιάνουν τα χέρια του, έχει άπειρη ερωτική σημασία και φορτίζει κάθε τόσο τη γενναιόδωρη συνεισφορά του εραστή της ζωής με νόημα. Οι άνθρωποι που κυκλοφορούν στα ποιήματα, όταν είναι εξιδανικευμένα όντα, βγάζουν ένα σπαστικό ήχο. Εδώ το πνεύμα παθαίνει κράμπες και ο ψεύτης ποιητής της πόζας γίνεται υπάλληλος γραφείου. Ο εραστής ψόφησε προ πολλού. Κι όταν το ποίημα δεν το γράφει ο εραστής αλλά ο γραφειοκράτης το τρώει η μαρμάγκα μιας ψόφιας ανθολογίας ή ο άκαμπτος σιαγών της νεκρόφιλης ακαδημίας. Το ποίημα μπορεί να είναι στρατευμένο, καυλωμένο, μεθυσμένο και να είναι απόλυτα εξαίσιο και ιαματικό. Μπορεί να είναι ακόμα και βλαμμένο και ανεπρόκοπο και να είναι αληθινό και καλό και φρέσκο. Δεν μπορεί όμως να γραφτεί καλό ποίημα με την πατέντα της θεωρίας. Ή με το συναισθηματικό οίστρο των νοικοκυραίων που θέλουν να ξεδώσουν. Όσοι ξεδίνουν γράφοντας, συνήθως ανακυκλώνουν κλάψες ή κλέβουν φτασμένους άλλους κλαψιάρηδες που τους συγκίνησε η κλάψα τους. Αν πάσχει από κάτι σήμερα η ποίηση είναι η πρωτοτυπία. Δεν είναι κακό να γράφουν όλοι. Κακό είναι το καρμπόν. Η πόζα. Εκεί που τα ποιήματα ξεπέφτουν στην εαυτολογία και στα αυτοπορτραίτα και τα αυτολιβανίσματα. Εκεί που πάνω απ’ το ποίημα βασιλεύει το ματαιόδοξο εγώ όχι με όρους έντασης και δημιουργίας αλλά με όρους ελιτίστικης μαλακίας. Κάποιοι κύριοι και κάποιες κυρίες δεν παύουν να συνταγογραφούν κανόνες και πολιτικές ορθότητες για τα παιδάκια που ετοιμάζονται για βραβείο. Για τα παιδάκια που ανακυκλώνουν αυτό το εκδοτικό σύστημα της καψούρας για δόξα, τελετές και πεισιθάνατες απαγγελίες. Πουθενά εκεί δε θα βρεις αυτή την ανήσυχη καρδούλα που χτυπά ζυγίζοντας τις απαιτήσεις της συνείδησης και της τέχνης. Μονάχα νεκρές λατρείες που οδηγούν σε αντιμαχόμενους θεούς. Εξυπνάδες μιας ευφυΐας που γουργουρίζει απ’ το λίπος του ναρκισσισμού. Εκεί γύρω από ανθρώπινα κουφάρια και σκεπασμένα φέρετρα και ελεημοσύνες και σβάστικες και χωροφύλακες και καραβανάδες. Εκεί γύρω απ’ την απόλυτη φτώχεια και τον απόλυτο πλούτο ο τυφλός σπεσιαλίστας της ποιητικής τέχνης καμώνεται τον πονεμένο. Κι αφήνει κουλουριασμένη την ποιητική του κουράδα εκεί που πρέπει ν’ αφήσει ένα αστροπελέκι. Περήφανος πάντα για το αρχαίο κάλος, για το έθνος, για τον ηρωισμό, που σ’ αυτή τη λαβωμένη χώρα έχουν εκφυλιστεί σε φασισμό. Γατούλες, ηλιοβασιλέματα και αξιολύπητες αγαμησιές.