Η βάλανος του Συκουτρή

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

bal

Έχει μιαν αυτονόητη δόση σωματεμπορίας το μάθημα της λογοτεχνίας. Το μάθημα, που έχει γεννήτορα τον καθέδρας κύριο φιλόλογο-μπάτσο. Κάποιον κύριο του μισού γραμμαρίου πάθους ή κάποια κυρία που προσομοιάζει με διευθύνουσα στο Δαφνί. Ο γεννήτορας ή αλλιώς ο κλειδαράς της ερμηνείας, τα παίρνει στο κρανίο όταν το μειράκιον-το οποίο είναι σε ηλικία εργώδους αυνανισμού- τολμήσει να ξεστομίσει ερμηνεία της κούτρας του, βγάζοντας απ’ το πλάνο την οριακή και προβλέψιμη άποψη του κυρίου καθηγητή. Αν στα χρόνια μου το μάθημα της λογοτεχνίας μύριζε μούχλα σήμερα μυρίζει σκατά. Δηλαδή σκατούλια. Και βεβαίως οι ανθολόγοι φρόντισαν να φτιάξουν μια θεσπέσια κομπόστα. Μια κομπόστα λογοκριμένη απ’ την εκκλησία και το κράτος αλλά και τις συν αυτώ πομφόλυγες της υποχθόνιας ακαδημίας. Τις αραχνοΰφαντες κλίκες των περιοδικών και των νεκροζώντανων υπουργών του παραπολιτισμού και της παραπαιδείας. Συνήθως μεγαλοπρεπών και εξαίρετων γλειφτρονιών κάποιου ευαγούς ιδρύματος που αρμέγει το κράτος. Εδώ σ’ αυτές τις σχολικές αίθουσες έρχεται κάθε πρωί ο Μαχμούτ Αλή που κατέχει όλα τα μέσα τρόμου, εξουσίας και δύναμης και βιάζει με τη σοφολογιότατη ψωλή του μιαν ολόκληρη στρατιά από κορασίδες και κοπέλια. Τέκνα που κραδαίνουν λυσάρια. Τέκνα προγραμματισμένα να πετύχουν και να βγουν στις αγορές. Τέκνα που ακονίζουν το λοβοτομημένο τους ψαχνό και παλεύουν για το μεγάλο πτυχίο: το φευγιό απ’ το σπίτι. Εκεί όπου ζευγαρώνει η σακατεμένη ποίηση του οργανισμού σχολικών βιβλίων με κάποιο χωροφύλακα των Βαυαρών, που εσχάτως επροάχθει σε σχολικό σύμβουλο. Εκεί όπου ο ακροδεξιός οργανωτής συνεστιάσεων των λειτουργών μέσης και άκρας εκπαίδευσης στρατολογεί χαφιέδες και δεν υπάρχει ούτε ένας μυστηριώδης ποδηλάτης να σώσει την πολιορκημένη πόλη. Να διπλαρώσει πασχαλιές απ’ τη ζωντανή πάλλουσα φύση για τους μακελεμένους παίδες που άφησαν τη διάπλασή τους στο υπερούσιο κράτος. Που άφησαν τις καύλες τους έρμαιες στο βαμπιρισμό του ερωτισμού εγχειριδίων αποδεκτής ποίησης. Μιας ποίησης που θα μπορούσε να είναι βάλσαμο και όχι ξενέρωτος ρομαντισμός. Δηλαδή στημένη παγίδα. Δηλαδή ιδεολογία κατεστημένη και παχιά σαν αγελάδα που αφήνει στους παιδικούς αγρούς μεγαλοπρεπείς κουράδες. Δηλαδή αχρείο τσουβαλάτο πατριωτισμό, ένδοξο και βαρβάτο. Εδώ, αντί να βγει μπροστά η γλώσσα ως δούρειος ίππος βγαίνει μπροστά το τεντωμένο δάχτυλο ως παλιάλογο. Αντί να ξεσπυρίσει η αλήθεια της ζωής ξεσταχυάζει η υποκρισία της ψευτοζωής. Το νοικοκυρεμένο ερμαφρόδιτο Τίποτε. Το σκιαγμένο εγώ. Μια κούρνια για τσουτσούνες. Αντί οι κολασμένοι κι οι παραδείσιοι να ενωθούν και να ζευγαρώσουν, οι σοφοί υποχθόνιοι καταφερτζήδες βάζουν στο ψυγείο τη νεανική ορμή. Εκεί όπου τα σπαραχτικά ερωτογραφήματα είναι εξόριστα γιατί προέχει η εθνοκαπηλία και η θολούρα. Εκεί όπου η διαλεκτική και η σύνθεση θεωρούνται επικίνδυνες εταίρες, έτοιμες να παρασύρουν τον όχλο σ’ ένα κομουνιστικό μέλλον. Σ’ ένα μέλλον όπου οι άνθρωποι δεν θα κρύβουν το σεξουαλισμό τους κρατώντας τον κρυφά απωθημένο πίσω από μια πρόσοψη ευπρέπειας. Σ’ ένα μέλλον θριάμβου όπου καμία εξουσία δεν θα μπορεί να κάνει ενέσεις σαδομαζοχισμού στην εργατική δύναμη. Σ’ ένα μέλλον όπου η εργασία δεν θα γεμίζει βόμβες και δεν θα φτιάχνει περίστροφα αλλά θα σπέρνει ελαιώνες και θα απολαμβάνει τα ωραία μελωμένα αυγουστιάτικα σύκα. Σ’ ένα μέλλον όπου δεν θα κάνει κουμάντο η Ιερά Σύνοδος στη βάλανο του Συκουτρή. Και καμιά βρομοφυλλάδα δε θα κατηγορεί για ανηθικότητα και διαφθορά έναν πρωτοπόρο. Μαζί βεβαίως με σπουδαίες και λαμπρές οργανώσεις όπως το Σύλλογο γονέων και κηδεμόνων Πατρών, το σολωμιστή Φάνη Μιχαλόπουλο, τους σταφιδέμπορους Βόλου, το γεωργικό συνεταιρισμό Δουνέικων Ηλείας, τους κρεοπώλες Αιγίου, τους αχθοφόρους Λουτρών Αιδηψού, τους δεσμοφύλακες Αγίου Στεφάνου, τους αξιωματικούς εν αποστρατεία Γαστούνης, και λοιπά αποδέλοιπα της μεταξικής λογοκρισίας. Σ’ ένα μέλλον των Τέρψεων ανάμεσα στην ειρκτή και στην ουτοπία. Εκεί όπου η εκπαίδευση δεν είναι γκέτο και οι δάσκαλοι στρατηγοί. Εκεί όπου η λογοτεχνία δεν παίρνει αντισυλληπτικά και η ποίηση δεν φορά ζώνη αγνότητας. Εκεί όπου ο Αντρέας Εμπειρίκος αρραβωνιάζεται την Joyce Mansour και ο καυλωμένος νεολαίος βάζει φωτιά στα μουστάκια όλων των εξηγητών της ποίησης.

1η δημοσίευση Περιοδικό Τεφλόν τεύχος 11