Ζήτω η μητριαρχία, κομπογιαννίτες εραστές!

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

zito

Όλες οι αδικίες και οι ατιμίες ζυμώνονται μέσα στο χρόνο. Ο σπάγκος αυτού του κομισάριου της αυλαίας του κακού σπάει. Κι όλες οι ωραίες της νύχτας μισανοίγουν τον κάλυκα του άνθους τους. Μέσα στο βόθρο των θαυμάτων και στην αιολική συμφωνία των καταναγκασμών τα κούφια αυτιά γαργαλιούνται απ’ τα κηρύγματα και τις καλές πράξεις των άλλων. Υπάρχουν πάντα κάποιοι που κάνουν το καλό και το διαφημίζουν. Άνθρωποι που δειγματίζουν την πίστη σε κάτι ανώτερο, ως ηθική ανωτερότητα. Ιεροκήρυκες διεφθαρμένοι απ’ την ιδέα του καλού που οριοθετούν κάθε αταξία της ζωής με απαγορεύσεις. Μέσα στο λουτρό αίματος της αλήθειας που ο χρόνος αφήνει ανεξιχνίαστη, μονάχα η θλιμμένη αράχνη της αγάπης προς τον πλησίον αφήνει τον ιστό της πάνω στις σιδερένιες ψυχές. Ο άνθρωπος αναζητά πάντα το μύθο και το θαύμα. Κι όταν ο μύθος και το θαύμα πέφτουν στα χέρια του παπά και του στρατηλάτη το αίμα ξυπνά μπροστά στα κατώφλια των νοικοκυραίων. Η μαστοφόρος πατρίς ταΐζει φαρμακωμένα καρότα την αθώα σταχτοπούτα. Κάτω απ’ το πέπλο του ρομαντισμού οι μυξοπαρθένες της δημοκρατίας υπογράφουν το άνοιγμα των ομαδικών τάφων. Διορίζουν μουσουργούς στο φλεγόμενο μέτωπο για να υμνήσουν τις σφαγές. Εδώ ο εξευτελισμός γίνεται λογοτεχνία για τους ύστερους υποτελείς. Για να μπορεί μέσα στη λιτανεία του φθονερού πατριωτισμού να καλυφτεί ο απέραντα βουβός πόνος κάθε ψυχούλας που δεν ψόφησε στο γαμήσι αλλά στον πόλεμο. Στον πόλεμο των καλών εναντίον των κακών. Για όλους εμάς που ξέρουμε πως κάθε πόλεμος είναι εμφύλιος και πως κάθε οικοδεσπότης της σφαγής ξεπλένει το στόμα του με σώμα και αίμα Κυρίου, κανένα θαύμα και καμιά πίστη δεν μπορεί να κάνει τη ζωή υποφερτή. Μονάχα ιδέες που τις παχαίνει η διανόηση για το αιώνιο σφαγείο, κυβερνούν τα στομάχια των φτωχών. Ιδέες χωρίς μουνί και χωρίς πούτσο. Ιδέες παράλογες. Ένας στρατός από άρβυλα. Ψοφίμια κάθε πόθου στοιβαγμένα στα μουντά νεκρόφιλα διαμερίσματα. Εκεί που το μέλλον είναι προγραμματισμένο σα ντροπαλό παιδί και η ουσία της ύπαρξής του είναι το βούτυρο στο ψωμί του καπιταλιστή. Αυτός που τα πάντα υπομένει, περιμένοντας μια καρδιά κάτω από ένα ράσο, να του προσφέρει ψωμί, είναι το απόρριμμα της θεομηνίας του ανταγωνισμού. Το υπόλοιπο της δημιουργίας που πήγε στραβά. Αυτό που η τεθλασμένη προστυχιά του ερωτισμού προσπαθεί να φέρει στο ίσιο δρόμο. Ω θεέ εσύ κοσμικό μανεκέν, χωρίς μάτια, μύτη, αυτιά, μεταμορφώσου σε ζωηρό αμνό κι έλα σε τούτο το κατσάβραχο της γης με ένα άλμα, να ελαττώσεις στο μηδέν την ανυπέρβατη τάφρο που περνά για να χωρίσει το ονειροπόλημα απ’ την πράξη. Έλα θυσιάσου εσύ, σφαγιάσου ως αμνός μπροστά στα μάτια του ανθρώπου για να αναλάβει ξανά το αίσθημα της απόλυτης αθωότητάς του και της απόλυτης εξουσίας του. Ν’ αρχίσει ο άνθρωπος να σφάζει έναν έναν τους θεούς του που έγιναν επικίνδυνα θρεφτάρια. Να βάλει ξανά τη μήτρα στο κέντρο της ζωής. Ζήτω η μητριαρχία, κομπογιαννίτες εραστές! Ζήτω η χαρά της ζωής και ζήτω τα σκέλια της.