Λουτρά αίματος ωραίας Ελένης

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

mad mar

Τα πλήθη του λαού ξαναμμένα απ’ την αναμέτρηση των μονομάχων. Και τη διάφανη φλούδα της ρόγας μιας Ελένης. Μιας Ελένης που σαπίζει, που σωριάζεται καταγής σαν ένα πελώριο ποδοπατημένο κορμί κι ωστόσο, διατηρεί ως την ύστατη στιγμή τη μεγαλοπρέπεια και την αίγλη της, τη μαγεία, το μυστήριο και τη βαναυσότητα των αξιοσέβαστων θρύλων της. Θυμίζοντας έτσι το νευρικό τρεμούλιασμα του θηλυκού που σκορπίζεται στους ανέμους της μάχης και τους πιο βαθιούς αναστεναγμούς. Με τις φλογερές γάμπες και τις ψευδολόγες καλτσοδέτες μιλημένες ν’ αλλάζουν με μιας δέρμα στο τσακάλι. Ειδοποιητήρια πυρκαγιών κι άλλες φρικαλέες πράξεις, προγραμματισμένες από μια φύση όλο μελαγχολίες και επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα. Μεγαλειώδη πορνοσινεμά των δέντρων. Κούρνιες πλασμάτων ελευθέρας βοσκής όπου ασέμνως διακονούν συζυγικά καθήκοντα, μεγαλώνουν βρέφη κι ανταλλάσουν σπόρους και κοφτές φράσεις. Χωρίς λαιμαργίες και υποχθόνιους συνειρμούς υπερουράνιων κόσμων. Δεν έχουν βασιλιά οι τσαλαπετεινοί. Κι οι πέρδικες δεν έχουν πατρίδα. Κι οι κουκουβάγιες παπά να τις διαβάσει. Δεν έχουν προσλήψεις, ποσοστά ανεργίας και κρυφό σχολειό. Και νομίζω πως, και η αυτοκτονία είναι μια δυσκολοπρόφερτη λέξη για τα ζώα και τα πετεινά τ’ ουρανού. Ο θάνατος έρχεται στο τέλος και νιώθεται με κούφιο ήχο και ρυθμό λίγο πριν τη συντέλεια. Όταν αρχίζουν οι φτερούγες να μαλακώνουν και τα πλοκάμια να σέρνονται. Τα ζώα δεν έχουν τεφτέρια να γράφουν μύθους και ν’ αγριεύουν τις επόμενες γενιές και να κάνουν τους μύθους κατεστημένο και φονικά καμπαναριά. Αυτό το σμπαράλιασμα της ύπαρξης με τους χυμούς τού έρωτα στο ντενεκέ του μπουρδέλου. Θα το πληρώνεις το γαμήσι τσίτσιδε χαμηλοβλεπούσε αφού δε μπορείς να πιάσεις ντουφέκι και φαλτσέτα, να σφαγιάσεις το μαστροπό που σού πουλά τη χούφτα το νερό σε πλαστικό μπουκάλι κι αξιοποιεί την πηγή ο αρχίδης για να κάνουν μπιντέ οι τουρίστες με τα φράγκα. Τα μεταναστευτικά πουλιά που βγήκαν στη σύνταξη για να απολαύσουν αυτό που δεν απολαμβάνεται με λεφτά. Κανένα άλλο ζώο έξω απ’ τον άνθρωπο δε φτάνει στην τρέλα, με τα ωραία του χαρτονομίσματα κουρνιασμένα ανάμεσα στα μεταξωτά του βρακιά και τις αναμνήσεις. Ω Ελένη, των Τρωικών πολέμων και της αϋπνίας. Πλημμυρίδα και όργιο και ναρκωμένη οχιά. Που δε θ’ αξιωθείς ποτέ γερατειά και προσφορές στα φτηνά σούπερ μάρκετ. Ω Ελένη, των μύθων και των παραμυθιών που κάνεις τους λαούς να ερωτοτροπούν στα πεδία των μαχών. Να γεμίζουν καύσιμο σάρκας τα κρεματόρια και τα δάση ν’ αλλάζουν χρώμα απ’ την τέφρα των εκλεκτών του θεού. Ω Ελένη, μέδουσα οργασμών και φαντασιώσεων όλο πλεκτάνες και φορμαλισμό δίνοντας προοπτικές στην αδολεσχία του πλούτου. Ξαμολημένη απ’ τα σώψυχα κάποιας μάνας παραβατικής με το νέκταρ της βιτριόλι στα μάτια των λαών. Ω Ελένη, ατέλειωτη υγιεινή του κόσμου. Ελένη εσύ, αρχαίο μαδημένο μουνί. Μαργαρίτα που σε μάδησε έως θανάτου ο τυφλός ποιητής.