Παραδόσεις υγρής ανατομίας

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

parad

Ο πόλεμος είναι η στιγμή της πικρής αλήθειας όλων των σχετικών εκτιμήσεων της αξίας που έχουν κάνει οι οικονομολόγοι. Πίσω απ’ το έθνος, τις πατρίδες, τα κράτη και άλλα τέτοια κλασμένα μαρούλια υπάρχουν τα εμπορεύματα. Και πίσω απ’ τα εμπορεύματα η εργασία. Και πίσω απ’ την εργασία ο αιώνια χαμένος χρόνος χαράς. Ο χρόνος που γλίστρησε στο καταπέτασμα της παραγωγής. Ο χρόνος που δε θα ισοσκελιστεί ποτέ αλλά θα ουρλιάζει βάζοντας κάθε τόσο τα σημεία στίξεως στους προσήκοντες ολέθρους του βίου. Ο χρόνος που χάνουμε στο οχτάωρο της εξαναγκασμένης παραγωγικής ταλάντωσης είναι χρόνος χωνεμένος στις αξίες. Σε μια μετρική κλίμακα στελεχωμένη από προσδοκίες καλύτερου μέλλοντος. Οι γονείς μας που τους ξεσπλάχνισε η εργασία μας έσπρωχναν στα γράμματα. Σχεδόν μας βούτηξαν βιαίως στην κολυμπήθρα της ειδικευμένης ημιμάθειας που σε έχριζε αυτομάτως υποψήφιο μελλοντικής καλοζωίας. Γίναμε τα πιόνια που διαχειρίζονται τις αξίες. Με γαλλικά, πιάνο, μάστερ και αλλοπρόσαλλο βίο, παραγεμισμένο με άρτο, θεάματα και καλές πράξεις. Όμως εμείς τα πιόνια είμαστε και οι αξίες. Η πραγματική αξία που έχει ένα πιόνι δεν είναι σε καμία περίπτωση η αξία της υπόστασής του αλλά η θέση του πάνω στη σκακιέρα. Ένας πύργος περικυκλωμένος από μια σειρά από πιόνια, δεν αξίζει τίποτα. Η αξία του είναι καθαρά δυνητική. Αν δεν απελευθερώσουμε το πεδίο δράσης του μέσα στο παιχνίδι, τότε δεν θα έχει ποτέ την ευκαιρία να εκδηλώσει τη δυνητική του αξία. Αντίστροφα, ένα στρατιωτάκι, που θεωρητικά δεν αξίζει και πολλά, μπορεί σε μια συγκεκριμένη στιγμή να αξίζει πολύ περισσότερο κι από την ίδια τη βασίλισσα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου έχει καρφωθεί στο μυαλό μια ανατριχιαστική μαλακία του Τσόρτσιλ που μας κουδούνιζαν στο κεφάλι οι εθνικοτραφείς μας δάσκαλοι. Οι ήρωες πολεμούν σαν έλληνες κι όχι οι έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, είχε πει ο εγγλέζος επιβήτορας για τους έλληνες. Ε λοιπόν αυτές οι ένδοξες μεγαλοστομίες μας κηδεμονεύουν ακόμα. Στο σχολείο, στην τηλεόραση, στη δουλειά, στο δημόσιο χώρο. Όλο και κάποιο τσιτάτο θα ερεθίζει συναισθηματικώς την υποχόνδρια φυλετική μας υπερηφάνεια. Συνήθως ο ανελέητος γαμιάς και ο σφαγέας σου έπειτα σε εκθειάζει. Απ’ τη μια για να φανεί η ανωτερότητα και το μεγαλείο του κι απ’ την άλλη για να σε ιππεύει διηνεκώς. Τα ωραία λόγια είναι το καύσιμο για το καμίνι της ματαιοδοξίας των υποτελών. Αντί όμως για την ξεχαρβαλωμένη μηχανή της ανθρωπότητας βλέπω γύρω μου τους καθημαγμένους μου προγόνους να με παρηγορούν. Τους καλλιτέχνες που δεν είχαν αυλές και φιλοδοξίες. Λογοτεχνικές κούρνιες και μαγαζάκια πολιτισμού. Όλος αυτός ο αχός ματαιόδοξων ανθρώπων που περιμένει το ξεροκόμματο της επιβεβαίωσης δύσκολα μπορεί να μετατρέψει αυτή τη λασπώδη ζύμη της ζωής σε άρτο επιούσιο. Δύσκολα μπορεί να καρδιοχτυπήσει μπροστά στα ευγενή αιδοία που του δίνονται. Δύσκολα μπορεί να το σκάσει δια παντός απ’ τη σκακιέρα. Απ’ το μαντρί. Δύσκολα μπορεί να γράψει στ’ αρχίδια του τους μηχανισμούς και να στήσει πλεκτάνες έρωτος. Δύσκολα μπορεί να διάγει βίον χαρισάμενον στα τροπικά νησιά του Πάσχα της ηδονής. Να βγάλει απ’ τον κώλο του τις εξατμίσεις και τα φουγάρα. Να γίνει ο ελαφρόμυαλος κι ο ελαφρός. Να ζήσει.