Εδώ Πολυτεχνείο! Των ελεύθερων αγωνιζόμενων ματατζήδων

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

poli

Το πολυτεχνείο δεν ζει. Ψόφησε. Το πολυτεχνείο πότε πότε βρικολακιάζει. Όλη η ρομαντική αστική διαμαρτυρία που εκφράζεται πάντα με εθνικό ύμνο και μαγνητοφωνημένο συναισθηματισμό του εβδομήντα τρία, καταλήγει σε ξεκωλιαστικό ξυλοδαρμό ανυποψίαστων παιδιών, που ο πολιτικός παρασιτισμός της γενιάς του πολυτεχνείου τα οδήγησε στο περιθώριο.

Παιδιά που τα έθρεψε η ωμή βαρβαρότητα του πολιτικού τεκτονισμού όσων εξαγόρασαν τους αγώνες με καρέκλα και φράγκα. Μια κοινωνία που ενσωμάτωσε την κουλτούρα του μίσους στη καθημερινή της ρητορική και αποδέχτηκε το φασισμό ως λαϊκό κίνημα τώρα δέρνει τα παιδιά της.

Η εξαχρείωση, ο εξευτελισμός, η απανθρωπιά, η μιζέρια, ανέκαθεν γεννούσαν την ανάγκη για ήρωες. Το ιλιγγιώδες υπαρξιακό κενό της ελληνικής κοινωνίας το μπουκώνει κάθε τόσο με αυταπάτες ο κούφιος μεγαλοϊδεατισμός της εθνικής υπερηφάνειας και η εθνικόφρονη ρητορεία περί σωτηρίας της πατρίδας. Όλοι χρειάζονται ήρωες και γιορτούλες. Άλλοθι για τις λάθος επιλογές και τις εγκληματικές πρακτικές.

Όλα τα εγκλήματα της μεταπολίτευσης παραγράφονται. Οι ανελέητοι ξυλοδαρμοί, το σπάσιμο των απεργιών, η θεσμοθέτηση της φτώχειας, η κτηνώδης αποθέωση του εθελοντισμού των πρόθυμων ηλιθίων, τα συσσίτια του έκφυλου παπαδαριού, η αποσάθρωση κάθε κοινωνικής δομής, ο εκφυλισμός της ανθρώπινης ανάγκης.

Σήμερα στην ένδοξη πατρίδα μας εντοπίζεται ως κοινωνικό ζήτημα μόνο το γεγονός ότι υποβιβαζόμαστε στην πλανητική κλίμακα εκμετάλλευσης και όχι το ότι μέχρι τώρα αποδεχόμασταν την ύπαρξή της. Το μιλιταριστικό ΝΑΤΟ, ο δουλοπρεπής και πούστικος ρόλος του ΟΗΕ, ο αποικιακός μποβαρισμός των αποφάσεων της ευρωπαϊκής ένωσης δεν ενοχλούν τους όψιμους επαναστάτες που θέλουν εκ νέου να καθίσουν στις ζεσταμένες υπουργικές καρέκλες.

Ο κυνισμός, οι ατομικές λύσεις, ο ανταγωνισμός, το ανικανοποίητο, φαινομενικά δημιουργούν ένα κουβάρι αξεδιάλυτο. Αν όμως πιάσεις το νήμα από την αρχή, διαπιστώνεις ότι η κυριαρχία αναπαράγεται με το χειρισμό και την καλλιέργεια των πιο απλών και βάρβαρων ενστίκτων. Κι αυτά τα απλά και βάρβαρα ένστικτα του φοβισμένου ατομικισμού εδώ και χρόνια καλλιεργούνται μεθοδικά στον καθένα.

Μέσα στο κάτεργο της αλλοτριωμένης ζωής οι άνθρωποι χάνουν την ικανότητα τού να παλεύουν για την ουσία της ύπαρξής τους και εύχονται την επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση, περιμένοντας τη σωτηρία από κάποιον ηγέτη-σαγηνευτή.

Οι πλάτες των μαθητών και των φοιτητών γίνονται τα πεδία συγκρούσεων όλων των ανταγωνισμών. Αν το πολιτικό πρόταγμα κάθε εξέγερσης και κάθε διαμαρτυρίας δεν είναι το ξεπάστρεμα του ανθρωποκτόνου καπιταλισμού τότε ο συστημικός μπόγιας ψάχνει για νέους ήρωες.

Όλες οι απολίτικες ύαινες οδύρονται για τα καημένα τα παιδάκια. Αυτά τα παιδάκια που είναι πιόνια στη σκακιέρα των ανταγωνισμών. Αυτά τα παιδάκια που τα θέλουν εργαλεία για να βγάζουν λεφτά. Αυτά τα παιδάκια που τα θέλουν με το σταυρό στο χέρι να ανάβουν κάθε χρόνο επετειακά τα καντήλια της βρικολακιασμένης εξέγερσης κι έπειτα να πηγαίνουν τρέχοντας στα σπίτια τους για διάβασμα. Να γίνουν καλοί επιστήμονες και καλοί ευυπόληπτοι δεξιοί που νοιάζονται για το καλό της πατρίδας.

Αυτά τα παιδάκια που μεγάλωσαν την περίοδο της πλαστής ευμάρειας, τότε που η ελληνική κοινωνία σχεδόν στο σύνολό της, αντιμετώπιζε τους μετανάστες όχι ως ανθρώπους αλλά ως δούλους. Τότε που τα μεγάλα και μικρά αφεντικά αντιμετώπιζαν τους μετανάστες ως φτηνό εργατικό δυναμικό και ως μέσο υπονόμευσης των δικαιωμάτων των ντόπιων.

Ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι ποιητής, διανοούμενος, κινηματογραφιστής προφήτεψε το σημερινό φασισμό γράφοντας με μιαν ανάσα για τους έλληνες δολοφονημένους φοιτητές.

ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ, ΜΕ ΜΙΑΝ ΑΝΑΣΑ, ΝΟΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ 1973

Το φασισμό εγώ τον έζησα στη χώρα μου, τον ξέρω.

Βασάνιζε, φυλάκιζε· σκότωνε μόνο το κορμί

Μα πάντα έμενε το αθάνατο σιτάρι του λάου μου… Όμως

έρχεται ο καιρός (στη χώρα μου ήδη έχει φτάσει)

που θα γνωρίσουμε τις μαύρες εξουσίες των ανθρώπων της “κουλτούρας”,

πού ’ναι οι σημερινοί Αντιφασίστες και

είναι οι Πλέον Γνήσιοι Φασίστες…

Αυτοί σκοτώνουν τις ψυχές

και τις ρουφάνε προς το κέντρο σα βρικόλακες

αφήνοντας τα σώματα σκιές.

Μήπως ο Παζολίνι γράφει για τους σημερινούς ταγματασφαλίτες των Βρυξελών, τα τέκνα του Τολιόπουλου και του Μανιαδάκη; Μήπως μιλά καθαρά για τον κάθε δοσίλογο τιμονιέρη που μηρυκάζει πατριωτισμούς και ένδοξο παρελθόν; Μήπως λέει ξεκάθαρα πως οι σημερινοί βρικόλακες εξαργύρωσαν με μαεστρία τον αντιφασισμό τους και την ρητορεία περί κοινωνικής δικαιοσύνης;

Το Πολυτεχνείο υπήρξε η ιερή αγελάδα της μεταπολίτευσης. Ο ελληνικός Μάης του 68 που χρειάστηκε η αστική τάξη για να στήσει τις μυθολογίες της. Για ν’ αλφαδιάσει τους σκληρούς κοινωνικούς αγώνες με την πολιτική ορθότητα του School of economics. Της φωλιάς απ’ την οποία ξεμπουκάρουν ένας ένας οι σημερινοί αρουραίοι της πολιτικής ζωής και του δημόσιου βίου.

Οι νέοι φιλελεύθεροι που έρχονται να αφήσουν την κοτσιλιά τους. Έρχονται να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Από την Καθημερινή και τον Σκάι μέχρι το Protagon.gr, από τη φιλελεύθερη αριστερά μέχρι τον πεφωτισμένο συντηρητισμό διαμορφώνονται πλέον αξιοσημείωτες συγκλίσεις.

Ο ένας κραυγάζει απ’ το Βήμα και τα μεγάφωνα του συγκροτήματος, προς θεού όχι άλλοι αγώνες, η άλλη ουρλιάζει σαν στειρωμένη σκύλα απ’ το lifestyle έντυπο της Athens voice, σφάξτε τους κομουνιστές για να προκόψει ο τόπος.

Οι άνθρωποι της κουλτούρας με το έξυπνο ύφος και τη σπιρτάδα τους δεν βλέπουν δίπλα τους ανισότητες, εργασιακή βία, εργοδοτικό δεσποτισμό παρά υγραίνονται απ’ τη συγκινητική φιγούρα του επιχειρηματία δημιουργού που καινοτομεί. Αναγνωρίζουν ως αξίες, τον υπεύθυνο ατομικισμό και την καταγγελία του μεγάλου κράτους.

Σφυρίζουν κατάρες για όποιον εναντιώνεται στο σύστημα που υπηρετούν. Τον στριμώχνουν στα στενά και τού αλλάζουν την Παναγία. Του σπάνε τον τσαμπουκά, τον τρομοκρατούν. Τον ψεκάζουν.

Ο Ezra Pound έγραψε:

…γέμισε το γαλάζιο τ’ ουρανού με βρώμικους καπνούς· κανείς δε βρίσκεται

για να στολίσει με κεντήματα

το βυσσινί· κανένα Μέμπλιγκ

δε θά ’βρεις για το σμαραγδί.

Η τοκογλυφία

σκοτώνει το παιδί μέσα στη μήτρα

κόβει την όρεξη στον άντρα για ποδόγυρο·

φέρνει τη νέκρα πάνω στο κρεβάτι,

χώνεται ανάμεσα στη νύφη εκεί και στο γαμπρό

(CONTRA NATURAM).

Πουτάνες φέρανε στην Ελευσίνα

πτώματα στρώσαν στο συμπόσιο για το δείπνο

γιατί αυτό προστάχτηκε

απ’ την τοκογλυφία».

Σήμερα που η αστική δημοκρατία δείχνει τα χουντικά της δόντια, σκέφτομαι το γενναίο Βασίλη Διαμαντόπουλο το Νοέμβρη του 1995 να λέει:

Για τους γνωστούς άγνωστους.

«Πιπιλάμε την καραμέλα όλοι μας -και σ’ αυτό βοηθήσανε κι οι δημοσιογράφοι οφείλω να πω- περί γνωστών αγνώστων. Για μένα είναι ένα σημείο, όπου αρχίζει ο συμβιβασμός. Αρχίζει, δηλαδή το παζάρι. Ποιοι είναι οι γνωστοί άγνωστοι και ποια είναι τα παιδιά, τα οποία αυθόρμητα βγάζουν την κραυγή, γιατί δεν μπορούν αλλιώς. Οσο μεγάλοι κι αν είναι, δεκαοκτάχρονοι, εικοσάχρονοι, δεν έχουν συνειδητοποιηθεί πολιτικά, ούτως ώστε να οργανωθούν και να δώσουν τη μάχη τους οργανωμένα, σωστά και αποτελεσματικά. Και το δωδεκάχρονο ακόμα εισπνέει, εισπράττει ένα σμπαραλιασμένο κράτος που δεν πιστεύει πουθενά. Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις που πιθανόν υπάρχουν, όλο το πολιτικό φάσμα είναι σμπαραλιασμένο, είναι ψευδές. Ψεύδεται. Ψεύδεται απέναντι στο λαό κι εγώ το θεωρώ προδοσία. Αυτά λοιπόν τα παιδιά εισπράττουν αυτό το μπλοκάρισμα και δεν ξέρουν πώς να το εκφράσουν. Το εκφράζουν έτσι. Χτυπώντας, καταστρέφοντας, κάνοντας αυτές τις πράξεις τις καταδικαστέες όπως λέμε όλοι -που για μένα δεν είναι καταδικαστέες. Γι’ αυτά τα παιδιά, αυτό ήταν μια κραυγή. Όταν πετάγαν το σκαμνί, πετάγανε το κράτος, πετάγανε αυτή τη γελοιότητα. Δεν ήταν λοιπόν η καταστροφή. Η καταστροφή ήταν μία κραυγή, ήταν μια θέση, μια στάση. Ετσι πρέπει να το δούμε. Εμένα με συγκινεί αυτή η στάση. Συγχωρέστε με».

Για το άσυλο:

«Ποια είναι η διαφορά των τανκς της χούντας με τα ΜΑΤ που μπήκαν στο Πολυτεχνείο; Θα ‘θελα να ξέρω ποια είναι η διαφορά. Αυτοί μπήκανε με τα τανκς και εμείς μπήκαμε οπλοφόροι και με τις μάσκες. Με τα ΜΑΤ. Θα ‘θελα να ξέρω ποια είναι η ουσιαστική διαφορά. Διότι αν μιλάμε περί ασύλου, όπως οι χριστιανοί πιστεύουν ότι η εκκλησία είναι ένα άσυλο, έτσι κι εμείς πιστεύουμε ότι το πανεπιστήμιο είναι ένα άσυλο».

Για το κάψιμο της σημαίας:

«(Η σημαία) είναι ένα πανί που το δώσαν σε έναν ράφτη και που το ‘ραψε καταλλήλως και δεν έχει καμία παραπέρα σημασία. Αφήστε με να τελειώσω. Δικαίωμά σου είναι να διαφωνείς. Αυτό που έχει τεράστια σημασία είναι αυτό που υπάρχει πίσω από αυτό το σύμβολο. Συμβολίζει μία κοινωνία πολιτισμένη που ξέρει τους στόχους της, μια κοινωνία αποφασισμένη να ορμήσει, να αγωνιστεί. Αυτό, ναι. Το σέβομαι και το προσκυνώ. Αλλά αυτό το πανί που κάψανε, καλά κάνανε και το κάψανε. Γιατί αυτό το πανί αντιπροσωπεύει μια σαπίλα σήμερα. Να διώξουμε τη σαπίλα πρώτα».

Για τη διαφορά από τη χούντα:

«Η διαφορά μας από τη χούντα είναι τούτη: ότι η χούντα ήταν ένας ξεκάθαρος εχθρός, γι’ αυτό και σχεδόν ολόκληρος ο λαός συμμετείχε (στην αντίσταση) ενάντιά της. Σήμερα, υπάρχει μία χούντα -επιτρέψτε μου να πω και έχω συνείδηση αυτού που λέω- η οποία καλύπτεται απ’ το άλλοθι της δημοκρατίας. Όταν λοιπόν γίνονται αυτά τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο, με τους βανδαλισμούς -σε εισαγωγικά, διότι εγώ δεν τους κρίνω βανδαλισμούς, είναι μια έκφραση κραυγής- και όλα τα δημόσια πρόσωπα, όλοι οι υπεύθυνοι του κράτους αυτού δεν έχουν συγκινηθεί, δεν έχουν ανατριχιάσει γι’ αυτά τα γεγονότα καθόλου, από κει και πέρα καταλήγω στο συμπέρασμα -το φρικτό συμπέρασμα αν θέλετε- ότι οι πράξεις αυτές ήταν λίγες. Αφού δεν ξύπνησαν κανένα. Και ίσως πρέπει να πολλαπλασιαστούν για να ξυπνήσουμε κάποτε».