Κορίτσια στον ήλιο

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

kor

Για να περάσει μέσα σου λίγο φως θα πρέπει να ραγίσεις. Να κατευνάσεις λίγο το σκληρό πετσί της εξωτερικής σου στοιβάδας. Να ξεχάσεις την εκπαίδευση του σχολείου και του στρατού. Τον ανταγωνισμό που σε έθρεψε ο χαμένος χρόνος της προσαρμογής σ’ αυτό που θέλουν οι άλλοι να είσαι. Σ’ αυτό που έγινες και τώρα λίγο λίγο παλεύεις να ξεφορτωθείς. Για να περάσουν μέσα σου σπόρια και μικροοργανισμοί χαράς, αλλά και δημιουργικής λύπης, πρέπει να αγαπήσεις τις μυρουδιές και τους ήχους του ταξιδιού. Να έχεις στο μυαλό σου τη ρουφηξιά ενός τσιγάρου στην παγωνιά και το κατούρημα στην άκρη εκείνων των δρόμων που δε βγάζουν πουθενά. Να έχεις στο μυαλό σου, πως, η συντροφικότητα θρυμματίζει το θάνατο και κάνει τα λυγερά υπονοούμενα της μνήμης να υποκλίνονται στην ιερή στιγμή. Δηλαδή στο παρόν. Τώρα ζω διάολε και τώρα πρέπει να φάω που πεινάω και τώρα πρέπει να ξεδιψάσω που καίγομαι. Και τώρα πρέπει να ραγίσω για να πάρουν τα σπλάχνα μου φως. Για να ρίξω τη λοξή ματιά μου μακριά να φωτίσει τους λαμπρούς γόνους της αγωνίας. Να σκορπίσει αυτό το σύνηθες γκρίζο του κόσμου. Του κόσμου που θέλγεται απ’ τη σταδιοδρομία ηρώων και μισθοφόρων. Του κόσμου που τροφοδοτεί τη θανατολάγνα μηχανιστική φιλοσοφία της επιβίωσης. Του κόσμου που φορτώνει τις ελπίδες του σε κάθε τι που δεν υπάρχει αν δεν μετριέται. Τώρα πρέπει να οξύνω το θαυμασμό και τη φαντασία μου. Να πάψω να επιβιώνω και ν’ αρχίσω να ζω. Γιατί στην επιβίωση κάθε ένας είναι εχθρός των άλλων ενώ στη ζωή ο κάθε ένας είναι εραστής του άλλου. Κι οι εραστές δεν ικανοποιούνται με το ακόρεστο πάθος της εξουσίας στις ζωές των άλλων. Τις υποχθόνιες δημοκρατίες και τους αργυρώνητους καταναγκασμούς. Οι εραστές δεν χρειάζονται χαντάκια και σωρούς νεκρών. Δεν χρειάζονται επιβεβαίωση και σακάκια. Μαρκούτσια και κάμερες και ψεύτικα καθρεφτάκια για να καθρεφτίζουν την καλοζωία τους. Μονάχα σωματίδια ανθρώπινης σάρκας που αρνούνται την ανάλωση του θανάτου. Μονάχα απ’ την κορφή ως τα νύχια το θαύμα της αναπνοής. Κι όχι τα θέλγητρα του εξουσιαστή περασμένα στο ψωμάκι του φτωχού. Γιατί ο εξουσιαστής μπορεί να πείσει τα κορμιά να προσέλθουν οικειοθελώς στο κρεματόριο των ανταγωνισμών. Να γίνουν τζάνκι της επιβίωσης και του κοινωνικού πολέμου. Ν’ αφήσουν την ηδονή να πετρώσει μέσα τους. Να γίνουν ένας σωρός από δυστυχισμένους και ξεριζωμένους από κάθε πλευρά της ζωής. Ένας σωρός από μονοκύτταρους οργανισμούς που υπερασπίζονται συμφέροντα. Που λιώνει τις σόλες των παπουτσιών και τις γλώσσες του σε μίσος, αυτοθυσίες και εταιρίες. Σ’ έναν κόσμο όπου την εντελώς αβάσταχτη κατάστασή του τη βαφτίζει φυσική. Σ’ έναν κόσμο που δεν αφήνεται να ραγίσει για να περάσει μέσα του λίγο φως. Για να καταβροχθίσει τους θεούς και τους δαίμονες. Για να χέσει πάνω στις μεγάλες ιδέες. Για να μην ξαναμακελέψει τα σπλάχνα του ο κάθε αρχίδης. Ο κάθε σαλεμένος πρωτομάστορας.