Ο ύμνος της αγάπης

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

2-xroma

Οι μετανάστες ελπίζουν. Ανοίγουν
τις γρίλιες του κορμιού τους για να
μπει φως. Για να μπει ο έξω κόσμος
μέσα τους. Το ζεστό ψωμάκι και το
γάλα. Το γλυκοχάραμα και το αεράκι.
Οι γυναίκες που βογκάνε.
Οι μετανάστες ελπίζουν προσεύχονται
και κατρακυλούν ξανά προς τον ύπνο.
Έχουν τα καθρεφτάκια τους γύρω.
Τσουκάλια και αφρό ξυρίσματος.
Ξυραφάκια και διαφημιστικά φυλλάδια.
Αυτοσχέδιες στρώσεις για τα λιωμένα
παπούτσια. Αγρύπνια και γαύγισμα
τού σκύλου. Οι μετανάστες ελπίζουν.
Ομιλούν μια διάλεκτο που λίγοι
καταλαβαίνουν. Η ανάσα τους με βήμα
σημειωτόν διασχίζει την Έρημη Χώρα
με τους νεωτερισμούς, τα ωραία νησιά,
τα φροντιστήρια, τα είδη προικός,
τα ζαχαροπλαστεία, τη διανόηση,
τα φαρμακεία. Οι μετανάστες ελπίζουν.
Λατρεύουν τα σύκα και τους αγρούς.
Τα χόρτα, το τυρί, τις γκαζόζες.
Τη δύση του ήλιου, τα λαγκάδια,
τις οξιές. Οι μετανάστες ελπίζουν.
Πληρώνουν χίλια ευρώ για να βγουν
στον παράδεισο. Στη Μανωλάδα,
στο Βέλγιο, στις Κάννες, στο Σχιστό,
στα βαμβάκια, στα καπνά,
στα θερμοκήπια της Ισπανίας,
σε αποθήκες στο Αγγελόκαστρο,
σε φορτηγά για το Μπρίντιζι,
σε λιμάνια για τον άλλο κόσμο.
Οι μετανάστες ελπίζουν στο χριστό,
στο Μωάμεθ, στο βούδα, στις αλογόμυγες,
στα μαμούνια. Με το καρτοκινητό
στέλνουν χαμόγελα στη μανούλα.
Οι μετανάστες ελπίζουν. Ψάχνουν
το μέλλον στους καμένους χάρτες
και στις ρουφηγμένες ψυχές. Ψάχνουν
για μεροκάματα στα χωράφια. Για φαί
στα σκουπίδια. Για σάπια φρούτα
στις λαϊκές. Οι μετανάστες ελπίζουν.
Λουφάζουν στους σταθμούς των
τραίνων. Δεν τρώνε φασολάκια χλωρά.
Δεν πηγαίνουν σχολείο. Παρά μαζεύουν
καμπανούλες που φυτρώνουν στις ράγες
που οδηγούν στην πατρίδα.