Κυνήγια

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

kin

Γράμμα στους κυνηγούς της εκλογικής μου περιφέρειας

 

Φίλε κυνηγέ σου προτείνω αντί να κάνεις πόλεμο και να γυαλίζεις όπλα να καθίσεις σπίτι σου και να γαμήσεις. Κι αν σου είναι δύσκολο το γαμήσι μπορείς να τον παίξεις. Δόξα το γιου πόρν η τεχνολογία μπορεί να σου δώσει ιδέες και θάρρος. Αυτή την αισχρή μαλακία που έχεις ονομάσει σπορ, κάνοντας τη σφαγή καρναβάλι και διασκέδαση, νομίζω πως πρέπει να την κόψεις. Δεν είμαι οικολόγος και δεν ξέρω τι σημαίνει να είσαι οικολόγος. Ξέρω βεβαίως διάφορους μαλάκες που βάζουν πέτρες στο καζανάκι και δουλεύουν στο φουλ τα κλιματιστικά στη Σόλωνος γράφοντας οικολογικά άρθρα για την πράσινη ανάπτυξη και την πράσινη σκατούλα τους. Ξέρω επίσης κι αυτούς που σας ανέχονται και δεν νιώθουν αηδία με την τόση αγριότητά σας. Αλλά είπαμε, είναι ο ασύνειδος ρομαντισμός των μικροαστών που τους κάνει να μην αηδιάζουν με τίποτε. Ούτε βεβαίως μ’ αυτούς που τους έχουν για θήραμα και τους μακελεύουν όπως εσείς μακελεύεται παπιά, φάσες, κιρκινέζια, σιταρίθρες, γερμάνια, κρινέλια, σπαθομύτες, βατοπούλια, τσιλιβίδια, ψαροφάγους, τουρλίδες, ξυλόκοτες, χήνες, συκοπούλες, μπάλιζες, σπίνους, μιγούδια, τρυγόνες, σπέτζους, τρουποφράχτες, θεοπούλια, κοτσύφια, λιάρους, ατσάραντους, κατσουλιέρες, τσόνια, καλημάνες, πέρδικες. Εσείς που γράφεται στ’ αρχίδια σας έναν ολόκληρο κόσμο που ζει και αναπνέει στις ρεματιές, στα βουνά και στα λαγκάδια. Εσείς που με τις ευλογίες του κράτους βγάζετε άδεια δολοφόνου σκορπώντας τον όλεθρο, σπέρνοντας φυσίγγια και σκουπιδαριό, αφού νομίζεται πως η φύση είναι ο μεγάλος καμπινές σας. Εσείς καταπιεσμένα πλασματάκια με τις κοιλιές και τα πατσοκοίλια, που το παίζετε αθλητές και δε μπορείτε να φανταστείτε πόσο πολύ λαχταρούμε εμείς αυτό που εσείς δολοφονείτε. Αυτό που εσείς σκοτώνετε όχι από πείνα αλλά από χόμπι. Γιατί ο φόνος για σας είναι χόμπι και διασκέδαση. Γιατί η διαστροφή σας προστατεύεται από νόμους. Έγραφα κάποτε πως η δυστυχία είναι των πουλιών που δεν μπορούν να πυροβολήσουν. Και το πιστεύω πως τα πουλιά πρέπει να πάρουν κάποτε τα όπλα και να σας γαμήσουν την παναγία. Να σας ζεματήσουν την πέτσα στο νεροχύτη. Να σας καταβροχθίσουν με ρυζάκι, πατατούλες και καλό κρασί. Ω φίλε κυνηγέ, ελπίζω πάντα σ’ ένα θαύμα και σου αφιερώνω ένα παλαιό μου ποίημα.

Η ΑΔΟΞΗ ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΚΥΝΗΓΩΝ

πυροβολούν πουλιά με τα ντουφέκια τους
και με τις καραμπίνες τους
ανδρείοι μέσα στα χακί καπνίζοντας τσιγάρο
χαϊδεύοντας σα να’ ναι κλειτορίδα τη σκανδάλη
στα καλαμπόκια μέσα εκεί χωμένοι και στ’ αυλάκια
να περιμένουν τα κοτσύφια και τις πέρδικες
να ‘ρθούν να ξεδιψάσουν
με τα σιδερικά τους σκνίπα στο μπαρούτι
και τα τσιγκέλια έτοιμα στις ζώνες να καρφώσουν
τα σκοτωμένα τα πουλιά τα τρόπαια
του νόμιμου φονιά

πυροβολούν πουλιά με τα ντουφέκια τους
και με τις καραμπίνες τους
γιατί είναι μικροτσούτσουνοι
και θέλουνε να κάνουν τον καμπόσο.
Γιατί στ’ αλήθεια θέλουνε να σκίσουν τη γυναίκα τους
τη σκύλα που τους τυραννά
γιατί στ’ αλήθεια θέλουν
να γαμήσουν και να δείρουνε
να δείξουνε πως έχουνε λεφτά
κάνοντας σπόρ τη μπαμπεσιά
και την πουστιά που κρύβουνε
στα σπλάχνα τους βαθιά.
Nα δείξουνε στη μάνα τους
πως είναι αντράκια κι άξια παιδιά
πως μισθοφόροι άριστοι είναι
του κράτους του αρχιφονιά
που είν’ τσιφλίκι του ο αέρας
η θάλασσα τα δάση τα βουνά
δίνοντας άδεια στον κάθε κερατά
τη ματαιοδοξία του ν’ αδειάζει
με τα φυσίγγια του
σκοτώνοντας πουλιά.